
Μισώ το πρωινό ξύπνημα. Κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας της ίδιας του της φύσης, ότι είναι πρωί και πρέπει δηλαδή αυτό κάτι να σημαίνει. Πρέπει σώνει και καλά να ξυπνήσω, να αντιμετωπίσω άλλη μια μέρα, άλλη μια συνέχεια ηλίθιων συναναστροφών και εκνευριστικών γεγονότων, που με μαθηματική ακρίβεια με οδηγούν όλο και πιο νωρίς μέσα στη μέρα στο να θέλω να καταφύγω σε υπνηρό άσυλο.
Φυσικά όλος ο κόσμος σκέφτεται έτσι, αν δεχτεί κανείς ότι όλοι λίγο πολύ από το ίδιο καλούπι βγαίνουμε και ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, οπότε μαζεύω το κουράγιο μου και για άλλη μια φορά έχω σηκωθεί από το κρεβάτι που για αρκετές ώρες ένιωθα σαν επέκταση του παράλογου ονειρικού λογισμού μου. Μιλώντας όμως για όνειρα, στο νου μου επανέρχονται οι εικόνες που έβλεπαν τα μάτια μου πριν τα ανοίξω. Πρέπει να τρέξω να τις εξιστορήσω στην Αντριάνα. Να και κάτι ευχάριστο. Η Αντριάνα είναι φίλη μου και πάντα προσφέρεται να ακούσει τα όνειρά μου. Κι εγώ από την άλλη ευχαριστιέμαι πολύ να τα λέω. Πρόκειται μάλλον για την πιο ευχάριστη στιγμή της ημέρας, και, τώρα που το σκέφτομαι, όντως ναι, συμβαίνει κάθε μέρα να συζητάμε για ‘προεγερτικές εμπειρίες’. Κάνω να βγω από το δωμάτιο. Ανοίγοντας όμως την πόρτα αντικρύζω την κυρία Χερτζ, τη γερμανίδα, που ετοιμαζόταν να μπει. Με ρωτά πού πηγαίνω έτσι βιαστικά και αν ξέχασα κάτι. Δεν της απαντάω, αλλά σκέφτομαι ότι όντως ξέχασα κάτι και, κι έτσι οι άμυνές μου μειώνονται καθώς η άσχημη κυρία Χερτζ μου χώνει κάτι στο στόμα και με αναγκάζει έπειτα να το καταπιώ με τη βοήθεια ενός ποτηριού με νερό. Είναι μια χαρακτηριστική στιγμή της ημέρας που αναρωτιέσαι γιατί ξύπνησες.
Έπειτα φεύγει. Ξεκινώ λοιπόν κι εγώ για την Αντριάνα, με βραδύτερους όμως ρυθμούς από αυτούς που είχα πριν πρόθεση. Βγαίνω από το δωμάτιό μου και μπαίνω στην εκνευριστική διαδικασία να διασχίσω το συνωστισμένο διάδρομο. Συνηθίζω όταν περνώ από το διάδρομο να έχω μόνιμα στραμμένο το βλέμμα μου προς τα αριστερά, όπου μια σειρά από παράθυρα φανερώνει την όμορφη θέα της αυλής, κατάσπαρτης από λουλούδια και θάμνους, καθώς και το δάσος πέρα από αυτήν. Η μοίρα όμως το φέρνει να αποφασίσω σήμερα να εξετάσω τον ίδιο το διάδρομο. Στο βαμμένο λευκό τοίχο στα δεξιά βλέπω μια αλληλουχία από πόρτες, που η καθεμιά έχει κι από ένα παραθυράκι. Καμιά φορά από εκεί ξεπροβάλλει κι ένα πρόσωπο, με χαρακτηριστικό μορφασμό το καθένα, άλλοτε τρόμου, άλλοτε αποχαύνωσης, άλλοτε απορίας. Κι ο ίδιος ο διάδρομος είναι γεμάτος από ανθρώπους, γεγονός που πρέπει να υποφέρω. Άλλοι κάθονται ακίνητοι σε μια καρέκλα, άλλοι ξαπλώνουν χάμω, άλλοι περπατάνε εξοργιστικά αργά. Κατά καιρούς ο καθένας τους πετάει και καμιά κουβέντα. Νομίζω, δε νομίζω, είμαι σίγουρος, ότι αυτοί όλοι μαζί έχουν κοινό κώδικα να συνεννοούνται με ελάχιστο κόπο, και δε μου τον λένε τα καθίκια, όσο έντονα κι αν τους ρώτησα μερικές φορές.

Επιτέλους φτάνω στο δωμάτιο της Αντριάνας. Το σκηνικό είναι τόσο γνώριμο, που με έκανε να αναρωτιέμαι αν το ζω, ή αν το θυμάμαι από μια άλλη μέρα. Εκείνη κάθεται στην καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι, σχεδιάζοντας κάτι σε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της είναι λυτά και την ενοχλούν καμμιά φορά, μέχρι να τα παραμερίσει με χάρη. Θέλω να της μιλήσω, διστάζω όμως, δε θέλω να την ενοχλήσω από αυτό που κάνει. Κάθομαι δίπλα της και περιεργάζομαι το σκίτσο. Αν προσπαθούσα να το περιγράψω η πιο αρμοστή λέξη θα ήταν ‘μουτζούρα’, με κάτι παράξενα σε διάφορα σημεία να είναι το μόνο κομμάτι που καταλαβαίνω. Είμαι σίγουρος ότι τα σκίτσα της έχουν αξία που το δικό μου αισθητήριο δε μπορεί να πιάσει, γι’ αυτό και ποτέ δεν τη διακόπτω.
Έτσι αμίλητους μας βλέπουν οι ώρες, καθώς περνάνε η μια μετά την άλλη. Το παράθυρο είναι έτοιμο να προσφέρει και το τελευταίο φως του, όταν η Αντριάνα τραβά με δύναμη την τελική γραμμή στο χαρτί, το κοιτάζει για λίγο, κι ύστερα το αφήνει στην άκρη. Έπειτα το βλέμμα της επεξεργάζεται κάτι στον ολόλευκο τοίχο απέναντι. Ίσως σκέφτεται πόσο άσπρος είναι. Αποφασίζω ότι είναι ώρα να της μιλήσω.
«Αντριάνα… είδα πάλι παράξενο όνειρο, και ξέρω ότι σου αρέσει να σου περιγράφω τα όνειρά μου, αν θέλεις σου το λέω κι αυτό».
Δε γύρισε το βλέμμα της. Είναι η καλύτερη ακροάτρια που γνώρισα ποτέ.
«Βρισκόμουν σε ένα σπήλαιο, τεράστιο. Είχε κυκλικό σχήμα. Τα τοιχώματα ήταν σχεδόν λεία και ήταν ενιαία με το ταβάνι, δημιουργούσαν δηλαδή έναν τεράστιο πέτρινο θόλο. Το χρώμα της πέτρας ήταν κάτι ανάμεσα σε πράσινο, καφέ και γκρι, θύμιζε τον τρόπο που βλέπεις οποιαδήποτε απόχρωση λίγο πριν αποβάλεις από το στόμα πράγματα που ενοχλούν το στομάχι σου. Είσοδος στη σπηλιά δε φαινόταν να υπάρχει. Κι εγώ καθόμουν ακριβώς στη μέση αυτής της φυσικής αίθουσας. Τότε ήρθες εσύ, Αντριάνα, εμφανίστηκες από το σκοτάδι και με πλησίασες, φορώντας ένα μαύρο μανδύα που κάλυπτε όλο το σώμα σου. κοιταχτήκαμε για αρκετή ώρα, κι έπειτα αφαίρεσες τα ρούχα σου και τα δικά μου και κάναμε έρωτα. Για κάποιο λόγο φοβόμουν. Τότε έγινε κάτι παράξενο. Πρόσεξα για πρώτη φορά ότι στην κορυφή του πέτρινου θόλου υπήρχε μια τρύπα, στην οποία εμφανίστηκε ένας κόκκινος ήλιος, ρίχνοντας όλο το ιλαρό φως του στην σπηλιά. Χιλιάδες μωρά εμφανίστηκαν κι άρχισαν να μπουσουλάνε προς το μέρος μας. Το φως έδειχνε ότι δεν ήταν φυσιολογικά. Το δέρμα τους ήταν καμένο και άρρωστο, και τα πρόσωπά τους ήταν παραμορφωμένα. Τρόμος με κατάλαβε και ήθελα να ξεφύγω από την ερωτική σου λαβή, μα δεν μπορούσα. Τότε το βλέμμα μου καρφώθηκε σε ένα σημείο της αίθουσας που δεν είχα προσέξει: ένας τεράστιος πέτρινος θρόνος βρισκόταν στο απέναντι μέρος του τοίχου, άδειος και επιβλητικός. Πανικοβλήθηκα και ξύπνησα. Αυτό έγινε αργά το βράδυ. Αφ’ ότου ξανακοιμήθηκα δεν είδα άλλο όνειρο».

Η Αντριάνα κοιτάζει όλη αυτήν την ώρα τον τοίχο. Κι εγώ τώρα κάθομαι και κοιτάζω την Αντριάνα, ανέκφραστος. Περιμένω κάτι να πει, κάτι να σχολιάσει, κάπως να αντιδράσει έστω και στο ελάχιστο σε όσα της είπα. Καθώς την παρατηρώ, συνειδητοποιώ μια έκφραση φόβου στο απλανές της βλέμμα. Τι μπορεί να την τρομάζει; Μήπως εγώ; Αλλά, όση ώρα είμαι μαζί της, τώρα που το σκέφτομαι, δεν με έχει κοιτάξει ούτε μια φορά, λες και το έκανε επίτηδες. Όχι, όχι εγώ. Θέλω να της μιλήσω, να της πω τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά που είδα, τι συναισθήματα μου έχουν αποκαλυφθεί για εκείνη και από άλλα όνειρα. Πάω να της πιάσω το χέρι, να νιώσει την παρουσία μου λίγο πιο έντονη. Αλλά εκείνη τραβιέται, λες και το χέρι μου είναι πυρωμένο. Θυμώνω λίγο. Όχι, θυμώνω πολύ. Ακούω πάλι εκείνες τις φωνές, εκείνες που πρωτοάκουσα λίγο πριν έρθω σε αυτό το μέρος, πριν ένα χρόνο. Με θολωμένο μάτι κάνω να κοιτάξω το λευκό τοίχο, να δω επιτέλους τι κοιτάζει. Και τότε, όχι βλέπω, αισθάνομαι την παρουσία ενός τρίτου προσώπου, ενός άντρα, να στέκει εκεί και να κοιτάζει την Αντριάνα με χαμόγελο αυτοπεποίθησης. Οι φωνές ουρλιάζουν στα αφτιά μου. Κάνω αυτό που μου φαίνεται πιο σωστό, σφίγγω τη γροθιά μου και χτυπάω την Αντριάνα. Εκείνη ουρλιάζει. Τη χτυπάω μέχρις ότου εκείνη πέσει κάτω και αφήσει να τρέξει αίμα από το στόμα της. Εκείνη την ώρα μπαίνει η κυρία Χερτζ μαζί με άλλους δύο λευκοντυμένους. Εκείνοι με κρατούν, ενώ η άσχημη γερμανίδα μου κάνει μια ένεση στο μπράτσο μονολογώντας κάτι σαν ‘πάλι σήμερα;’. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί, πάντως η ένεση μου διώχνει το θυμό και κάνει τις φωνές να ακούγονται πιο σιγανά. Για μια στιγμή μάλιστα, μόνο μια στιγμή, το φάρμακο με κάνει να δω το δωμάτιο εντελώς διαφορετικά, με κάτι ‘αληθινό’ όπως συμβαίνει καμμιά φορά, και βλέπω το χώρο να φιλοξενεί μόνο μια παρουσία, μια γυναίκα περασμένης ηλικίας, με αραιά άσπρα μαλλιά και αρκετές ρυτίδες, να ματώνει και να κλαίει στο πάτωμα. Το γέρικο σώμα της είναι γεμάτο από μώλωπες και ουλές, παλιές και καινούργιες. Οι λευκοντυμένοι με γυρνάνε στο δωμάτιό μου, με ξαπλώνουν στο κρεβάτι και μου δίνουν να καταπιώ διάφορα χάπια ακόμα. Έπειτα το φως κλείνει και μένω μόνος. Δε μπορώ να κάνω καμμία κίνηση.
Μισώ τις ώρες που περιμένω πριν κοιμηθώ. Και εκνευρίζομαι όταν σκέφτομαι ότι, αφού κοιμηθώ, θα έρθει άλλο ένα μισητό ξύπνημα.


