Κυριακή, 14 Ιούνιος 2009

Αντριάνα


Μισώ το πρωινό ξύπνημα. Κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας της ίδιας του της φύσης, ότι είναι πρωί και πρέπει δηλαδή αυτό κάτι να σημαίνει. Πρέπει σώνει και καλά να ξυπνήσω, να αντιμετωπίσω άλλη μια μέρα, άλλη μια συνέχεια ηλίθιων συναναστροφών και εκνευριστικών γεγονότων, που με μαθηματική ακρίβεια με οδηγούν όλο και πιο νωρίς μέσα στη μέρα στο να θέλω να καταφύγω σε υπνηρό άσυλο.
Φυσικά όλος ο κόσμος σκέφτεται έτσι, αν δεχτεί κανείς ότι όλοι λίγο πολύ από το ίδιο καλούπι βγαίνουμε και ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, οπότε μαζεύω το κουράγιο μου και για άλλη μια φορά έχω σηκωθεί από το κρεβάτι που για αρκετές ώρες ένιωθα σαν επέκταση του παράλογου ονειρικού λογισμού μου. Μιλώντας όμως για όνειρα, στο νου μου επανέρχονται οι εικόνες που έβλεπαν τα μάτια μου πριν τα ανοίξω. Πρέπει να τρέξω να τις εξιστορήσω στην Αντριάνα. Να και κάτι ευχάριστο. Η Αντριάνα είναι φίλη μου και πάντα προσφέρεται να ακούσει τα όνειρά μου. Κι εγώ από την άλλη ευχαριστιέμαι πολύ να τα λέω. Πρόκειται μάλλον για την πιο ευχάριστη στιγμή της ημέρας, και, τώρα που το σκέφτομαι, όντως ναι, συμβαίνει κάθε μέρα να συζητάμε για ‘προεγερτικές εμπειρίες’. Κάνω να βγω από το δωμάτιο. Ανοίγοντας όμως την πόρτα αντικρύζω την κυρία Χερτζ, τη γερμανίδα, που ετοιμαζόταν να μπει. Με ρωτά πού πηγαίνω έτσι βιαστικά και αν ξέχασα κάτι. Δεν της απαντάω, αλλά σκέφτομαι ότι όντως ξέχασα κάτι και, κι έτσι οι άμυνές μου μειώνονται καθώς η άσχημη κυρία Χερτζ μου χώνει κάτι στο στόμα και με αναγκάζει έπειτα να το καταπιώ με τη βοήθεια ενός ποτηριού με νερό. Είναι μια χαρακτηριστική στιγμή της ημέρας που αναρωτιέσαι γιατί ξύπνησες.
Έπειτα φεύγει. Ξεκινώ λοιπόν κι εγώ για την Αντριάνα, με βραδύτερους όμως ρυθμούς από αυτούς που είχα πριν πρόθεση. Βγαίνω από το δωμάτιό μου και μπαίνω στην εκνευριστική διαδικασία να διασχίσω το συνωστισμένο διάδρομο. Συνηθίζω όταν περνώ από το διάδρομο να έχω μόνιμα στραμμένο το βλέμμα μου προς τα αριστερά, όπου μια σειρά από παράθυρα φανερώνει την όμορφη θέα της αυλής, κατάσπαρτης από λουλούδια και θάμνους, καθώς και το δάσος πέρα από αυτήν. Η μοίρα όμως το φέρνει να αποφασίσω σήμερα να εξετάσω τον ίδιο το διάδρομο. Στο βαμμένο λευκό τοίχο στα δεξιά βλέπω μια αλληλουχία από πόρτες, που η καθεμιά έχει κι από ένα παραθυράκι. Καμιά φορά από εκεί ξεπροβάλλει κι ένα πρόσωπο, με χαρακτηριστικό μορφασμό το καθένα, άλλοτε τρόμου, άλλοτε αποχαύνωσης, άλλοτε απορίας. Κι ο ίδιος ο διάδρομος είναι γεμάτος από ανθρώπους, γεγονός που πρέπει να υποφέρω. Άλλοι κάθονται ακίνητοι σε μια καρέκλα, άλλοι ξαπλώνουν χάμω, άλλοι περπατάνε εξοργιστικά αργά. Κατά καιρούς ο καθένας τους πετάει και καμιά κουβέντα. Νομίζω, δε νομίζω, είμαι σίγουρος, ότι αυτοί όλοι μαζί έχουν κοινό κώδικα να συνεννοούνται με ελάχιστο κόπο, και δε μου τον λένε τα καθίκια, όσο έντονα κι αν τους ρώτησα μερικές φορές.



Επιτέλους φτάνω στο δωμάτιο της Αντριάνας. Το σκηνικό είναι τόσο γνώριμο, που με έκανε να αναρωτιέμαι αν το ζω, ή αν το θυμάμαι από μια άλλη μέρα. Εκείνη κάθεται στην καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι, σχεδιάζοντας κάτι σε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της είναι λυτά και την ενοχλούν καμμιά φορά, μέχρι να τα παραμερίσει με χάρη. Θέλω να της μιλήσω, διστάζω όμως, δε θέλω να την ενοχλήσω από αυτό που κάνει. Κάθομαι δίπλα της και περιεργάζομαι το σκίτσο. Αν προσπαθούσα να το περιγράψω η πιο αρμοστή λέξη θα ήταν ‘μουτζούρα’, με κάτι παράξενα σε διάφορα σημεία να είναι το μόνο κομμάτι που καταλαβαίνω. Είμαι σίγουρος ότι τα σκίτσα της έχουν αξία που το δικό μου αισθητήριο δε μπορεί να πιάσει, γι’ αυτό και ποτέ δεν τη διακόπτω.
Έτσι αμίλητους μας βλέπουν οι ώρες, καθώς περνάνε η μια μετά την άλλη. Το παράθυρο είναι έτοιμο να προσφέρει και το τελευταίο φως του, όταν η Αντριάνα τραβά με δύναμη την τελική γραμμή στο χαρτί, το κοιτάζει για λίγο, κι ύστερα το αφήνει στην άκρη. Έπειτα το βλέμμα της επεξεργάζεται κάτι στον ολόλευκο τοίχο απέναντι. Ίσως σκέφτεται πόσο άσπρος είναι. Αποφασίζω ότι είναι ώρα να της μιλήσω.
«Αντριάνα… είδα πάλι παράξενο όνειρο, και ξέρω ότι σου αρέσει να σου περιγράφω τα όνειρά μου, αν θέλεις σου το λέω κι αυτό».
Δε γύρισε το βλέμμα της. Είναι η καλύτερη ακροάτρια που γνώρισα ποτέ.
«Βρισκόμουν σε ένα σπήλαιο, τεράστιο. Είχε κυκλικό σχήμα. Τα τοιχώματα ήταν σχεδόν λεία και ήταν ενιαία με το ταβάνι, δημιουργούσαν δηλαδή έναν τεράστιο πέτρινο θόλο. Το χρώμα της πέτρας ήταν κάτι ανάμεσα σε πράσινο, καφέ και γκρι, θύμιζε τον τρόπο που βλέπεις οποιαδήποτε απόχρωση λίγο πριν αποβάλεις από το στόμα πράγματα που ενοχλούν το στομάχι σου. Είσοδος στη σπηλιά δε φαινόταν να υπάρχει. Κι εγώ καθόμουν ακριβώς στη μέση αυτής της φυσικής αίθουσας. Τότε ήρθες εσύ, Αντριάνα, εμφανίστηκες από το σκοτάδι και με πλησίασες, φορώντας ένα μαύρο μανδύα που κάλυπτε όλο το σώμα σου. κοιταχτήκαμε για αρκετή ώρα, κι έπειτα αφαίρεσες τα ρούχα σου και τα δικά μου και κάναμε έρωτα. Για κάποιο λόγο φοβόμουν. Τότε έγινε κάτι παράξενο. Πρόσεξα για πρώτη φορά ότι στην κορυφή του πέτρινου θόλου υπήρχε μια τρύπα, στην οποία εμφανίστηκε ένας κόκκινος ήλιος, ρίχνοντας όλο το ιλαρό φως του στην σπηλιά. Χιλιάδες μωρά εμφανίστηκαν κι άρχισαν να μπουσουλάνε προς το μέρος μας. Το φως έδειχνε ότι δεν ήταν φυσιολογικά. Το δέρμα τους ήταν καμένο και άρρωστο, και τα πρόσωπά τους ήταν παραμορφωμένα. Τρόμος με κατάλαβε και ήθελα να ξεφύγω από την ερωτική σου λαβή, μα δεν μπορούσα. Τότε το βλέμμα μου καρφώθηκε σε ένα σημείο της αίθουσας που δεν είχα προσέξει: ένας τεράστιος πέτρινος θρόνος βρισκόταν στο απέναντι μέρος του τοίχου, άδειος και επιβλητικός. Πανικοβλήθηκα και ξύπνησα. Αυτό έγινε αργά το βράδυ. Αφ’ ότου ξανακοιμήθηκα δεν είδα άλλο όνειρο».


Η Αντριάνα κοιτάζει όλη αυτήν την ώρα τον τοίχο. Κι εγώ τώρα κάθομαι και κοιτάζω την Αντριάνα, ανέκφραστος. Περιμένω κάτι να πει, κάτι να σχολιάσει, κάπως να αντιδράσει έστω και στο ελάχιστο σε όσα της είπα. Καθώς την παρατηρώ, συνειδητοποιώ μια έκφραση φόβου στο απλανές της βλέμμα. Τι μπορεί να την τρομάζει; Μήπως εγώ; Αλλά, όση ώρα είμαι μαζί της, τώρα που το σκέφτομαι, δεν με έχει κοιτάξει ούτε μια φορά, λες και το έκανε επίτηδες. Όχι, όχι εγώ. Θέλω να της μιλήσω, να της πω τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά που είδα, τι συναισθήματα μου έχουν αποκαλυφθεί για εκείνη και από άλλα όνειρα. Πάω να της πιάσω το χέρι, να νιώσει την παρουσία μου λίγο πιο έντονη. Αλλά εκείνη τραβιέται, λες και το χέρι μου είναι πυρωμένο. Θυμώνω λίγο. Όχι, θυμώνω πολύ. Ακούω πάλι εκείνες τις φωνές, εκείνες που πρωτοάκουσα λίγο πριν έρθω σε αυτό το μέρος, πριν ένα χρόνο. Με θολωμένο μάτι κάνω να κοιτάξω το λευκό τοίχο, να δω επιτέλους τι κοιτάζει. Και τότε, όχι βλέπω, αισθάνομαι την παρουσία ενός τρίτου προσώπου, ενός άντρα, να στέκει εκεί και να κοιτάζει την Αντριάνα με χαμόγελο αυτοπεποίθησης. Οι φωνές ουρλιάζουν στα αφτιά μου. Κάνω αυτό που μου φαίνεται πιο σωστό, σφίγγω τη γροθιά μου και χτυπάω την Αντριάνα. Εκείνη ουρλιάζει. Τη χτυπάω μέχρις ότου εκείνη πέσει κάτω και αφήσει να τρέξει αίμα από το στόμα της. Εκείνη την ώρα μπαίνει η κυρία Χερτζ μαζί με άλλους δύο λευκοντυμένους. Εκείνοι με κρατούν, ενώ η άσχημη γερμανίδα μου κάνει μια ένεση στο μπράτσο μονολογώντας κάτι σαν ‘πάλι σήμερα;’. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί, πάντως η ένεση μου διώχνει το θυμό και κάνει τις φωνές να ακούγονται πιο σιγανά. Για μια στιγμή μάλιστα, μόνο μια στιγμή, το φάρμακο με κάνει να δω το δωμάτιο εντελώς διαφορετικά, με κάτι ‘αληθινό’ όπως συμβαίνει καμμιά φορά, και βλέπω το χώρο να φιλοξενεί μόνο μια παρουσία, μια γυναίκα περασμένης ηλικίας, με αραιά άσπρα μαλλιά και αρκετές ρυτίδες, να ματώνει και να κλαίει στο πάτωμα. Το γέρικο σώμα της είναι γεμάτο από μώλωπες και ουλές, παλιές και καινούργιες. Οι λευκοντυμένοι με γυρνάνε στο δωμάτιό μου, με ξαπλώνουν στο κρεβάτι και μου δίνουν να καταπιώ διάφορα χάπια ακόμα. Έπειτα το φως κλείνει και μένω μόνος. Δε μπορώ να κάνω καμμία κίνηση.
Μισώ τις ώρες που περιμένω πριν κοιμηθώ. Και εκνευρίζομαι όταν σκέφτομαι ότι, αφού κοιμηθώ, θα έρθει άλλο ένα μισητό ξύπνημα.

Τετάρτη, 1 Απρίλιος 2009

God damn it! II

…Δύο χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχα μπει στο νοσοκομείο, λόγω της κατάρας των μασκών. Το καινούργιο μου σπίτι ήταν μια κακοδιατηρημένη αποθηκούλα με όλα τα υδραυλικά καταστραμμένα. Η δουλειά μου ήταν η πιο σκατένια που θα μπορούσε να μου τύχει: καθάριζα τις τουαλέτες στο γήπεδο του Πανιωνίου. Η όψη μου είχε παραμορφωθεί από τις κακουχίες και όχι γυναίκα δε με πλησίαζε, αλλά ούτε και γουρούνι. Επίσης μύριζα σαν γουρούνι, όσο μπάνιο κι αν έκανα. Ήταν φανερό: η κατάρα ακόμα με ακολουθούσε.

Αποφάσισα μια νύχτα που με πήρε τηλέφωνο μια συμφοιτήτριά μου από τη φιλοσοφική για να κομπάσει πόσο επιτυχημένη πεντικιουρίστας-ψυχολόγος είναι, να κάνω κάτι για τον πάτο που είχα φτάσει. Δύο πράγματα λοιπόν έκανα. Έπαιξα ένα προ-πο, γιατί στην ελάχιστη περίπτωση που έπιανα το δεκατριάρι τα λεφτά αυτομάτως θα σήμαιναν και ξεμπέρδεμα. Το βασικότερο όμως ήταν που επισκέφτηκα έναν καταυλισμό τσιγγάνων. Εκεί βρήκα μια γριά τσιγγάνα που είχα ακούσει ότι θα ήξερε πώς να διώξει τα μάγια.

«Ο μόνος τρόπος να λυτρωθείς», είπε μέσα από δόντια που το καθ’ ένα είχε άλλο χρώμα, κίτρινα, μαύρα, χρυσά, «είναι κάθε μια από τις μάσκες να τις χαρίσεις, για να φύγει από εσένα η κατάρα και να πάει σε άλλον. Την πρώτη δε μάσκα που πήρες, πρέπει να την δώσεις τελευταία, σε σερνικό που έχει θηλύκια γάτα». Αυτά είπε, και μετά έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έγραψα σε ένα χαρτί το τηλέφωνό μου και το έβαλα στο χέρι της, μήπως χρειαζόταν.

Βγαίνοντας από τον καταυλισμό συνάντησα κάτι αναπάντεχο. Ένας ξυπόλητος κινέζος κυλιόταν στην άσφαλτο και σφάδαζε. Έτρεξα για βοήθεια. Ο κινέζος μετά από ερώτησή μου μου εξήγησε ότι πονούσε γιατί είχε πατήσει ένα αγκάθι, το οποίο δε μπορούσε να βγάλει. Προθυμοποιήθηκα να τον βοηθήσω, του έβγαλα το αγκάθι, και η κατάληξη ήταν κάπως αναμενόμενη. «Είμαι ο Τσάκι Τσαν», είπε, και όντως αυτός πρέπει να ήταν, «και σου είμαι αιώνια ευγνώμων. Πάρε αυτή τη σφυρίχτρα και όποτε με χρειαστείς, εγώ θα έρθω αμέσως». Κι έφυγε.

Το να μοιράζω καταραμένες μάσκες αποδείχτηκε για μένα μια πολύ ευχάριστη διαδικασία. Ευτυχώς δεν τις είχα πετάξει, ήταν σε ένα τεράστιο χαρτόκουτο στο υπόγειο. Την πρώτη την έδωσα στην πεντικιουρίστρια-ψυχολόγο, με πολλή αγάπη. Τις υπόλοιπες τις μοίρασα σε ό,τι πρώην φίλους είχα. Στην τελευταία δε, αντιμετώπισα ένα μικρό πρόβλημα. Έπρεπε να επιστρατέψω τη σχεδόν καταστραμμένη μνήμη μου, μήπως βρω οποιονδήποτε φιλόζωο γνωστό μου. Τελικά, έπειτα από δίωρο σκάνιγκ βρήκα ένα συμμαθητή μου από το νηπιαγωγείο, το Μιχαλάκη, παθιασμένο με τις γάτες.

Χτύπησα το κουδούνι του Μιχαλάκη το ίδιο βράδυ. Μου άνοιξε κρατώντας αγκαλιά ένα μαύρο γάτο. «Γεια, του είπα, με θυμάσαι; Παίζαμε σφαλιάρες στο νηπιαγωγείο και μου έτρωγες το κολατσό μου! Καλά;» Δεν απάντησε. Μόνο γύρισε και κάθησε στον καναπέ. Όταν μίλησε τελικά έπειτα από 30 σουρεαλιστικά λεπτά, είπε «Δεν είχα ποτέ γκόμενα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω γιατί. Αυτή η γάτα είναι μετενσάρκωση ανθρώπινης ψυχής. Της ψυχής που είναι ο μοναδικός μου έρωτας και από αδικία της μοίρας έζησε σε αλλοτινή εποχή. Θα παντρευτούμε τον επόμενο μήνα». «Μμμ, ναι. Κοίτα, Μιχαλάκη, σου έφερα δώρο αυτή τη μάσκα και…». Δύο πράγματα σύμβηκαν τότε, μαζί. Πρώτον, ο Μιχαλάκης άρπαξε την αφρικανική μάσκα και άρχισε να επαναλαμβάνει λιτανικά «Γαμώ! Γουστάρω τις μάσκες! Γαμώ! Γουστάρω τις μάσκες!». Δεύτερον, από το ραδιόφωνο που έπαιζε τόσην ώρα ακούστηκαν τα αποτελέσματα του προ-πο. Ήμουν πλούσιος.

Συνέβη όμως και τρίτο συνεχόμενο αναπάντεχο. Χτύπησε το τηλέφωνό μου, το σηκώνω, είναι η τσιγγάνα, που λέει έξαλλη: «Θεέ μου, ξέχασα να σου πω! Μεγάλος κίνδυνος! Μη δώσεις την τελευταία μάσκα σε συμμαθητή σου από το νηπιαγωγείο σε νύχτα με πανσέληνο! Θάνατ…» και λιποθύμησε. Χέσε μας γριέγκω, σκέφτηκα, είμαι πλούσιος. Τότε όμως είδα να ξεπροβάλλει από το παράθυρο το ολόγιομο φεγγάρι. Είδα τη μαύρη γάτα να τρέχει προς τη μάσκα, να τη φοράει, και να χάνεται σε μια λάμψη. Στη θέση της εμφανίστηκε νεκραναστημένος ο Μπρους Λη, ο οποίος μάλιστα με κοιτούσε απειλητικά. Εγώ τρομοκρατήθηκα, ο Μιχαλάκης έμπηξε τα κλάματα συνειδητοποιώντας με ποιον ήταν ερωτευμένος. Μηχανικά φύσηξα στη σφυρίχτρα που κρεμόταν από το λαιμό μου. Ο Τσάκι Τσαν εμφανίστηκε αμέσως για να σώσει την κατάσταση. Βρήκα κάτι ποπ-κορν στο ψυγείο. Η τύχη μου πραγματικά είχε αλλάξει. Θα παρακολουθούσα την ιστορικότερη μάχη πολεμικών τεχνών, ζωντανά.

Παρασκευή, 23 Ιανουάριος 2009

Επισκεψη σε φιλικο ζευγαρι

Η ώρα δείχνει τρεις το πρωί και ανάβω τσιγάρο. Γέρνω πίσω στον ακριβό καναπέ του, στον οποίο κάθομαι. Είναι από τις λίγες φορές που το απολαμβάνω τόσο πολύ. Η απόλαυση βέβαια θα ήταν απείρως μεγαλύτερη αν ήταν άφιλτρο, κι όχι αυτή η λάιτ μαλακία που βρήκα στην τσέπη του. Τώρα δεν παραπονιέται το τσουτσέκι, ενώ πριν έβριζε και πάλευε (όλο και λιγότερο βέβαια) καθώς του άνοιγα το κεφάλι με το σιδερένιο τασάκι του. Και δεν έχω που να ρίξω και τη στάχτη τώρα… Φάνηκε από την αρχή πόσο μαλάκας ήταν. Τον είχα ακολουθήσει από το μπαρ, όπου είχαμε πιάσει κουβέντα. Δε μου άνοιγε την πόρτα, έπρεπε να μπω στην όλο και πιο βαρετή διαδικασία να την σπάσω. Δεν ήταν και καμμιά ασφαλείας, πράγμα που βοήθησε την κατάσταση. Δε τον καταλαβαίνω αυτόν τον άνθρωπο. Πρώτα δε μου ανοίγει, μετά μου επιτίθεται, μετά όμως δε λέει κουβέντα ενώ εγώ βιάζω τη γυναίκα του. Ε βέβαια, πού να πει ο μαλάκας, αφού ήταν λιπόθυμος.

Οκτώ λεπτά έχουν περάσει από την αρχή του κειμένου και το τσιγάρο μου τελείωσε. Το σβήνω στον ακριβό καναπέ του στον οποίο κάθομαι. Ωραίος καναπές… Α, να, σηκώθηκε η γυναίκα του. Κοίτα ρε μια πατσαβούρα. Πώς την παντρεύτηκε; Αντιλαμβάνεται την παρουσία μου στον χώρο και την πιάνουν χειρότερα κλάματα. Ρε τι σπασαρχίδω είναι αυτή… κοίτα που προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο από τη συσκευή που πριν λίγο έσπασα! Έχει πλάκα η γκόμενα.

Αποφασίζω να ερευνήσω την κάβα τους. Βρίσκω ένα φτηνό ουίσκι –χάθηκε το τζακ;- σχεδόν γεμάτο. Είναι και ξενέρωτοι. Θα το κράταγαν φαίνεται για τα Χριστούγεννα. Με κερνάω μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και πετάω το μπουκάλι στο κεφάλι της γκόμενας. Πολύ πλάκα τελικά αυτή η γυναίκα. Κάνω μια εξερεύνηση στην κουζίνα τους, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Μιας και είμαι εκεί, ανάβω το γκαζάκι. Βρίσκω κι ένα οινόπνευμα, το αδειάζω στο σαλόνι. Παίρνω άλλη μια λάιτ μαλακία από το πακέτο αυτού του σούργελου που μένει εδώ. Ανάβω τον Ζίππο του, ανάβω και το τσιγάρο, και ρίχνω τον αναπτήρα στο χαλί. Ωραίο χαλί… ties the room together… είναι ώρα να φεύγω, δεν είμαι και κανένας μαλάκας μαζοχιστής.

Μα να με πει εμένα στενόμυαλο ο μαλάκας!

Κυριακή, 18 Ιανουάριος 2009

Μια χαρούμενη μερα στο στρουμφοχωριο


Η Στρουμφίτα έτρεξε προς το μέρος του Παπα-Στρουμφ, που μόλις έβγαινε από το μανιταρόσπιτό του.
-Παπα-Στρουμφ έχω πολύ δυσάρεστα νέα! Ο Δρακουμέλ κατάφερε να καταπνίξει την εξέγερση της Ψιψινέλ, που είχε συμμαχήσει με τον Μαύρο Πητ, και τώρα ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια γιγάντια επίθεση στο στρουμφοχωριό με την βοήθεια των Θάντερκατς, που έμαθαν από τον Αστερίξ ότι τα Στρουμφ είναι το βασικό συστατικό του μαγικού ζωμού. Κι αυτό δεν είναι τίποτα! Ο Λιχούδης κι ο Προκόπης ξεσήκωσαν τα μισά Στρουμφάκια και μετανάστευσαν στο απέναντι δάσος, αφού με τη βοήθεια της Κακιάς Μάγισσας κατατρόπωσαν τη Χιονάτη και τους εφτά (7) νάνους που ισχυρίζονταν ότι έχουν δικαιώματα πάνω στο δάσος αυτό, αφού είναι το σπίτι τους. Τώρα ετοιμάζουν το ιδεολογικό υπόβαθρο για την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας των Στρουμφ, και μετά από αυτό θα κηρύξουν εναντίον μας ιερό πόλεμο (με τη βοήθεια της κακιάς μάγισσας πάντα) για να μας υποτάξουν ή να μας σφαγιάσουν. Και δεν τελειώνει εδώ: ο βασικός μας χρηματοδότης, ο Σκρούτζ Μακ Ντακ έστειλε για κλητήρα του τον Ντόναλντ που ανάγγειλε ότι μας κόβει την πίστωση, κι όπως καταλαβαίνεις ο φράχτης στο ποτάμι θα μείνει γιαπί. Επιπλέον, απ’ όταν έφυγε ο Λιχούδης δεν έχουμε να φάμε και 15 στρουμφάκια πέθαναν ήδη από την πείνα, και άλλα 3 αλληλοσκοτώθηκαν για ένα στρουμφόμουρο. Ο Μελένιος επίσης προβληματίζει με τη συμπεριφορά του, αφού από όταν έφυγε ο Προκόπης όλο κλαίει και τον φωνάζει να γυρίσει πίσω. Το συμπέρασμά μου είναι ότι την έχουμε στρουμφίσει! Κατά τα άλλα καλά.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Ξεφτέρης:
-Συναγερμός, Συναγερμός! Τα χουντοκουμμουνιστικά Στρουμφοπόκεμον με επί κεφαλής τον Στρουμφοπίκατσου κάνουν στρουμφοεισβολή στη νότια πύλη του Στρουμφοχωριού! Ήδη βομβαρδίζουν το στρουμφόσπιτο της Στρουμφίτας!
Η Στρουμφίτα κάτω από την πίεση των γεγονότων λιποθύμησε. Ο Παπα-Στρουμφ όμως είχε εκπαιδευτεί στην αντιμετώπιση κρίσεων από το γερμανικό στρατό. Έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε (μια αθλητική τσάντα ώμου με τα αρχικά SB) ένα μικροσκοπικό μπαζούκας που ξαφνικά έγινε διπλάσιο από το μπόι του, και το έδωσε στο Ξεφτέρη.
-Πάρε αυτό, είπε, και ξέκανε ό,τι κινείται έξω από τα όρια του στρουμφοχωριού. Εν τω μεταξύ εγώ θα καλέσω τους νέους μας σύμμαχους: ο Σπάιντερμαν, ο Χουλκ, ο Ιντιάνα Τζόουνς, οι Πάουερ Ρέιντζερς και το Μικρό μου Πόνυ είναι μερικοί από αυτούς απάντησαν στην έκκλησή μου για βοήθεια. Οι Τρανσφόρμερς δεν απάντησαν, γιατί έχουν προβλήματα με τους Ντισέπτικονς (που τελευταία έχουν επιδοθεί σε μαύρη μαγεία και σε επίκληση του Κθούλου), ενώ ο Κόναν ο Βάρβαρος μόλις διάβασε (;) το γράμμα μου αποφάσισε να βοηθήσει το Δρακουμέλ. Κι αν όλοι αυτοί δεν αποδώσουν, η Εξωγαλαξιακή Αυτοκρατορία περιμένει για ενίσχυση.
Και τότε ξέσπασε μια μάχη που δεν είχε προηγούμενο. Τα ηρωικά στρουμφάκια με τους συμμάχους τους είχαν να αντιμετωπίσουν την ανίερη συμμαχία Δρακουμέλ- Λ.Δ.Σ.- Στρουμφοπόκεμον. Το αποτέλεσμα ήταν αμφίβολο καθώς οι δύο παρατάξεις ήταν ισοδύναμες. Ο Κόναν έδινε ρεσιτάλ αιματοχυσίας (σκότωσε τουλάχιστον δέκα ντουζίνες Στρουμφ), ενώ από τη πλευρά των διαπραγματεύσεων ο Ιζνογκούντ προσπαθούσε να συμβιβάσει τις δυο πλευρές, για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα στο δάσος. Τελικά ήρθε ο Μπάτμαν και τους γάμησε όλους.

Κυριακή, 11 Ιανουάριος 2009

Τρωικός κύκλος: Έκτορας

Όταν ο Έκτορας ανάκτησε τις αισθήσεις του, συνειδητοποίησε με θολό το τραχύ του μάτι ότι βρισκόταν έξω από τις δοξασμένες πύλες της Τροίας, πάνοπλος, αρματωμένος, με το δρύινό του δόρυ στο χέρι. Έτριψε το χαρακωμένο από τις μάχες πρόσωπό του για να συνέλθει, και αργά στάθηκε στα πόδια του, ρίχνοντας κατάρες στην πανοπλία που τον βάραινε. Τότε άρχισε να ξεχωρίζει τι ήταν αυτή η βοή που ενοχλούσε τα ικανά αφτιά του. Εκατοντάδες κόσμου είχαν μαζευτεί πάνω στα τείχη της πύλης της απόρθητης, κι άλλοι τον ζητωκραύγαζαν, άλλοι τον έδειχναν, και από άλλων το δάκρυ μαύρο ποτάμι έτρεχε.

Τι σύμβαινε;

Πρώτη τη φωνή του αδερφού του άκουσε, του Πάρη, που τον εμψύχωνε για μάχη, πολύ κρασί τού έταζε και γυναικών αγκάλες, κι η βροντερή φωνή του σιγανή έμοιαζε απ’ το λαό που επευφημούσε, σύμφωνο με του αδερφού τη γνώμη. Μα γρήγορα ησύχασαν όλοι, όταν το λόγο πήρε, ο Πρίαμος ο ένδοξος, της Τροίας ο πρωτάρχης.

«Αν έχεις λίγη λογική, πρίγκιπα και υιέ μου, άσε τη μάχη κι έλα μου στο κάστρο μέσα πάλι, γιατί ‘ναι η μάχη άνιση και νίκη σου δε βλέπω. Άστο καλύτερα μωρέ, κι αύριο μέρα είναι, να πολεμάμε Αχαιούς, το αίμα τους να ρέει. Όσο πενήντα Έλληνες είν’ η δική σου αξία, μα αυτόν εδώ που έρχεται, μην έχεις αυταπάτες, δεν τονε πιάνεις πουθενά, στη μάχη ή στη σπίντα. Είναι οι πιθανότητες τριάντα αυτός, συ ένα, κι εγώ να ξέρεις έβαλα σε ‘κείνον τα λεφτά μου».

Του την είχαν στήσει. Κάποιος του είχε βάλει κάτι στο ποτό του, και τον άφησαν αφύλαχτο να συναντήσει τη μοίρα του. Μια φωνή στα τείχη διαλαλούσε ότι πρόσφερε φιστίκια και παστέλια σε καλή τιμή.

Δυο ώρες πέρασαν και τίποτε δεν είχε συμβεί. Ο Έκτορας έτρωγε ένα κοτόπουλο που του είχαν κατεβάσει με καλαθάκι. Εκείνη την ώρα, ξαφνικά, η οχλοβοή δυνάμωσε. Ο Έκτορας θορυβήθηκε και σηκώθηκε, δείχνοντας το επικό του μπόι. Κοίταξε τον ορίζοντα, τίποτε δεν εφάνη, παρά μια σκόνη θεόπηχτη σ’ ένα σημείο μόνο. Μέχρι να καταλάβει τι την ξεσήκωνε, είδε μπροστά του να στυλώνεται, άντρας θεριό, ακίνητος, μ’ αγριεμένο βλέμμα. Φορούσε Αχαιών ρούχα στρατιωτικά, κι από πάνω πανοπλία που όμοιά της δεν είχε δει στα 20.000 στάδια του πάνω κόσμου. Έλαμπε σαν τη ματιά της Ελένης σε πλήρη οργασμό, κι ανάγλυφο πάνω της αναπαρίστατο η Λερναία Ύδρα, καμωμένη όμως έτσι, που ένας σύγχρονός μας παρατηρητής θα την μπέρδευε με τον Κθούλου. Κράδαινε δόρυ στο δεξί και σπάθα στο θηκάρι, που πρέπει να έκανε ζημιά τουλάχιστον 3d12+5. Πολύ δηλαδή.

Το βλέμμα του Αχιλλέα πέταγε σπίθες. Ο δε Έκτορας έμενε ευθυτενής, χωρίς να αφήνει τίποτα να προδώσει το επικό κλανίδι μέντας που λάβαινε χώρα. Τότε, εμφανίστηκαν στη σκηνή τρία άρματα Αχαιών, με τα λαχανιασμένα άλογά τους να μην έχουν καταφέρει να προλάβουν τον πολέμαρχο Αχιλλέα. Τα δύο κουβαλούσαν δύο τεράστια ομοιώματα ανδρικών φαλλών, συμβολικά για το μέλλον του Έκτορα. Από το τρίτο κατέβηκε ένας γέρος Μυρμιδόνας και στάθηκε δίπλα στον Αχιλλέα με γραφειοκρατικό βλέμμα, έναν Αχιλλέα που ήδη άφριζε το στόμα του από τη μανία. Ο Έκτορας για κάποιο λόγο σκεφτόταν την (από τρίτο χέρι) πανοπλία του. Πάνω από τα τείχη κάποιοι νεαροί πετούσαν λάχανα.

Ο Αχιλλέας άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, μα τα λόγια του τα έπνιγαν μαύρη χολή και άσπροι αφροί. Ο γέρος Μυρμιδόνας έκανε ένα βήμα μπροστά κι άρχισε να λέει περίπου τέτοια.

«Θα σου τα μεταφράσω εγώ, όσα ο αφέντης λέγει. Πως θα σου σκίσει το κωλί, θα σε γαμήσει είπε, κι η σούφρα σου σαν πέλαγος διαστολή θα έχει. Κι έπειτα με το δόρυ του μια τρύπα θα σου κάνει, στου κεφαλιού την κορυφή, κι εκεί θα σου τον ρίξει, κι από τα φλόκια τα παχιά, άσπρος ο εγκέφαλός σου. Τόσο είναι το μένος του, τόση και η οργή του, χάρηκα που σε γνώρισα, του μοσχοαναθρεμένου».

Ο Έκτωρ τα χρειάστηκε, και πανικός του ήρθε, ήξερε πως από αυτού του Αχαιού τα χέρια, δεν τηνε γλίτωνε κανείς, δεν έπαιρνε ομήρους, κι ας είχαν πλούτη ικανά και μπάρμπα στην Κορώνη. Να τρέξει βρήκε λογικό, κι αμέσως πήρε φόρα, κι έτρεξε σαν τον άνεμο, μα ο Αχιλλεύς ξωπίσω. Και τρεις φορές θα πήγανε την Τροία γύρω-γύρω, μα ξάφνου ο Έκτωρ σκέφτεται, ντάξει ρε, δε γαμνιέται, θα κάτσω για να πλακωθώ, κι ίσως και τη γλιτώσω. Και ξάφνου κοντοστέκεται, και παίρνει τ’ άρματά του, και μ’ όλον του τον επισμό στον άλλον επετέθη. Κι ίσως να τον πετύχαινε, κάπου να τον λαβώσει, αν ξάφνου δεν έπεφτε πάνω του ένα πιάνο με ουρά.

Παρασκευή, 17 Οκτώβριος 2008

Κομματι απο κεικ


Το ιταλικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης ήταν γεμάτο από κλασάτα ζευγάρια, ντυμένα στην τρίχα με επώνυμες μάρκες. Η Λώρα κι εγώ καθόμασταν σε ένα τραπέζι-αντίκα, πολύ μεγαλύτερο από όσο θα χρειαζόταν ένα ζευγάρι, κοντά στο πιάνο με ουρά που έπαιζε με άνετο ύφος ένας νεαρός Μαροκινός. Δεν ήμασταν ζευγάρι με τη Λώρα, πολύ το έλπιζα όμως να γίνουμε. Ήταν το πρώτο μας ραντεβού, και ήθελα να της κάνω πολύ καλή εντύπωση. Μετά το πρώτο πιάτο με ραβιόλι, η Λώρα κι εγώ περιμέναμε το κυρίως πιάτο, ένα εξεζητημένο είδος πίτσας, το οποίο ήταν επιλογή που με άγχωσε κάπως. Η πίτσα όντας συνηθισμένο πια φαγητό δε θα με έκανε να φαίνομαι εκλεκτικός. Οι σκέψεις όμως αυτές έφυγαν γρήγορα, όταν η Λώρα έπιασε με το χέρι το πρώτο κομμάτι πίτσα, παρά τους καλούς τρόπους που επιβάλλονταν, σπάζοντας έτσι τον πάγο. Με περισσότερο θάρρος πια κι εγώ απόλαυσα το φαγητό μου με τα χέρια, και είχα καλύτερη διάθεση να αστειευτώ και να έρθω πιο κοντά της.
Η πίτσα είχε μόλις τελειώσει, κι εμείς συζητούσαμε με ένα νωχελικό πνεύμα περί ανέμων και υδάτων. Κάποια στιγμή η Λώρα μου έπιασε το χέρι, κι ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει πιο δυνατά. Της πρότεινα να κάτσει πλάι μου, και το έκανε με μαγάλη ευχαρίστηση. Στο μεταξύ ο σερβιτόρος μάς έφερε δύο εσπρέσο, προσφορά του καταστήματος, έκπληξη που δεχτήκαμε με ιδιαίτερη χαρά. «Αν το πιείς τώρα μονορούφι», είπε τότε η Λώρα με προκλητικό ύφος, «θα μπορείς να μου ζητήσεις κι εμένα να κάνω ό,τι θέλεις». Χωρίς να πω λέξη, κι αναρωτώμενος πόσο ζεστός ήταν ο καφές, έπιασα το φλυτζάνι και το άδειασα στο στόμα μου. Ευτυχώς δεν ήταν καυτός. Γύρισα και την κοίταξα με όση σαγήνη μπορούσα στο βλέμμα, κι αυτή το ανταπόδωσε. Με το δεξί της χέρι έπιασε την κοιλιά μου, πιέζοντάς την ελάχιστα, σαν να μου έκανε μασάζ. «Λοιπόν;» με ρώτησε σιγανά, εντείνοντας την κίνησή της.
Το κακό όμως είχε γίνει.
Παίρνοντας ένα πιο σοβαρό ύφος, κατεβάζω το χέρι της και της λέω: «Μπορείς να με συγχωρέσεις για δυο λεπτά;», αφήνοντάς την κάπως απορημένη. Έπειτα από λίγο χαμογελάει, δείχνοντας να καταλαβαίνει, μου ζητάει να μην αργήσω και μου δίνει ένα ζεστό, ρουφηχτό φιλί στο στόμα.

Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα έχοντας πολλά να σκεφτώ. Το εστιατόριο είχε σχεδόν αδειάσει, κι έτσι περίμενα να κάνω την φυσική μου ανάγκη ανενόχλητος. Η τουαλέτα στο βάθος του χώρου ήταν παραδόξως κοινή για άντρες και γυναίκες, και αρκετά παράξενη στη διαμόρφωσή της: ένας άδειος κυκλικός χώρος αναμονής οδηγούσε σε αρκετές πόρτες, που η κάθε μια έκρυβε έναν καμπινέ, έναν μπιντέ κι ένα νιπτήρα. Το πιο παράξενο όμως ήταν ότι η κάθε τουαλέτα χωριζόταν από την άλλη με πλεξιγκλάς, με αποτέλεσμα να μπορείς να διακρίνεις τη θολή φιγούρα του διπλανού σου. Μπήκα, έκλεισα την πόρτα, κατέβασα το παντελόνι και το σλιπ και κάθησα στον καμπινέ. Αμέσως όμως μου ήρθε η ιδέα να τα βγάλω εντελώς, φοβούμενος μη γίνει κάποιο καταστροφικό ατύχημα και τα λερώσω. Η ώρα έφτανε γρήγορα που θα έπρεπε να υποκύψω στην πράξη της αφόδευσης και οι κινήσεις μου γίνονταν όλο και πιο σπασμωδικές. Ξανακάθησα κάπως βιαστικά, κι ένιωσα την πρώτη διάσπαση του σφιγκτήρα μου καθώς το πρώτο σκατό άρχισε να βγαίνει. Ήταν αρκετά χοντρό, σκληρό και μακρύ, κι εγώ έκλεισε τα μάτια, πήρα μια βαθιά ανάσα και σφίχτηκα με όλη μου την δύναμη για να τα καταφέρω. Πρέπει να πέρναγε ένα ολόκληρο λεπτό όσο το πρώτο σκατό άφηνε το σώμα μου, κι όταν αυτό τελείωσε, έπιασα τον εαυτό μου να μην μπορεί να ανοίξει τα μάτια του. Η κόρη των ματιών μου είχε διασταλεί από την ηδονή, κι άθελά μου άφησα ένα βαρύ βογκητό ευχαρίστησης.
Πριν προλάβω όμως να αναρωτηθώ αν το είχε ακούσει κανείς, μια γυναικεία φωνή από τα αριστερά μου έβγαλε έναν αντίστοιχο ήχο. Θορυβημένος κοίταξα μέσα από το πλεξιγκλάς. Στη διπλανή τουαλέτα καυόταν μάλλον μια γυναίκα, η οποία φαινόταν σαν να είχε στρέψει κι αυτή το πρόσωπό της προς τα εμένα. Περίμενα την αντίδρασή της να είναι αρνητική σε αυτό που έγινε, εκείνη όμως με το δεξί της χέρι έπιασε το διαχωριστικό πλεξιγκλάς, το έπιασα κι εγώ στο ίδιο μέρος, και σαν να πιανόμασταν χέρι-χέρι συνεχίσαμε την ανάγκη μας. Εγώ κι εκείνη μαζί, άλλοτε μαζί, άλλοτε συγχρονισμένα, αφήναμε μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες σκατού να πέσουν στο νερό για να σηναντήσουν τις προηγούμενες, κι όλα αυτά σε αυξανόμενης έντασης βογκητά και βαριαναστενάγματα.
Μα τι έκανα; Ένιωθα απίστευτη ηδονή αλλά με έναν περίεργο τρόπο απατούσα τη Λώρα πριν καν η σχέση μας προχωρήσει, με μια άγνωστη που δεν έβλεπα καν το πρόσωπό της. Η άγνωστη δίπλα μου διέκοψε αυτές μου τις σκέψεις: σαν να με προκαλούσε, πλησίασε το διαχωριστικό για να φαίνεται η μορφή της κάπως καλύτερα, πέρασε το χέρι της μέσα από τα πόδια της, γέμισε τα δάχτυλά της με ζεστό σκατό και το έβαλε στο στόμα της. Με όσο είχε μείνει στο χέρι της ζωγράφισε πάνω στο γυαλί μια καρδιά. Έπρεπε να απαντήσω. Σηκώθηκα, πλησίασα το πλεξιγκλάς, κι άφησα το υγρό πια χεσίδι να ρεύσει στο αριστερό μου πόδι. Εκείνη άπλωσε το χέρι της προς το μέρος που βρισκόταν εκτεθειμένος ο φαλλός μου, όταν ακούστηκε ένα καμπανάκι από το εστιατόριο που σήμαινε ότι θα έκλεινε σε δέκα λεπτά. Η παράξενη αυτή συνεύρεση διακόπηκε απότομα, και με γρήγορες κινήσεις βαλθήκαμε να πλενόμαστε, στον μπιντέ και στο νιπτήρα. Τρία λεπτά μετά, καθαρός και ντυμένος πάλι, βγήκα από την τουαλέτα. Η πόρτα στα αριστερά μου άνοιξε, και είδα το πρόσωπο της Λώρα να λάμπει μόλις με αναγνώρισε. Τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία. Είχα βρει τον έρωτα της ζωής μου.

Πέμπτη, 11 Σεπτέμβριος 2008

Η ζωή και ο θάνατος του Τζώνυ του Πλιάτσικου

Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος ήταν κακός άνθρωπος. Πολύ κακός. Πήρε το ψευδώνυμο «Πλιάτσικος» όταν ξεκίνησε τα εγκλήματα στην τρυφερή ηλικία των δεκατεσσάρων. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος έκλεβε τράπεζες. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος σκότωνε αθώους. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος βίαζε, και κοριτσάκια και αγοράκια με την ίδια όρεξη. Είχε ονομαστεί μάλιστα «ο Δράκος της Καλλιθέας». Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος έλεγε στους περαστικούς τη λάθος ώρα. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος είχε μαχαιρώσει τη μάνα του και τον πατέρα του. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος ήταν ένας μεταλάς που δεν πήγαινε στην Εκκλησία. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος ήταν ένα κάθαρμα.


Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι οδήγησε τον Τζώνυ σε αυτές τις παρανομίες. Οι γονείς του ήταν αρκετά εύποροι, οπότε το κίνητρό του αποκλείεται να ήταν το χρήμα. Η παιδική του ηλικία ήταν ομαλότατη, επομένως δεν οδηγούνταν από τυχόντα ψυχικά τραύματα ή κόμπλεξ. Φίλους είχε καλούς, δεν μπορείς να πεις ότι τον παράσυραν. Ούτε ότι βαριόταν. Άρα τι έφταιγε; Όταν στην ηλικία των δεκαεννιά ένα αίσθημά του (η γκόμενά του, τελοσπάντων) τον ρώτησε γιατί τα κάνει όλα αυτά, αυτός απάντησε απλά ότι ήταν κρυουλιάρης.


Μα είναι δυνατόν; O Τζώνυ ο Πλιάτσικος, ο σκληρότερος άνθρωπος στον αθηναϊκό υπόκοσμο, να είναι κρυουλιάρης; Κι όμως, ήταν. Μας το διαβεβαίωσαν αργότερα και συγγενείς του, που τον είχαν ζήσει στα παιδικά του χρόνια. Ο Τζώνυ (τότε μικρός Γιαννάκης) για να βγει από το σπίτι έπρεπε να φορά τουλάχιστον πέντε μπλούζες, έστω κι αν έξω έκανε είκοσι βαθμούς Κελσίου. Τις νύχτες του καλοκαιριού κοιμόταν με τρεις κουβέρτες. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος λοιπόν, ο άνθρωπος που σκότωσε τη μάνα του, ο φόβος και ο τρόμος για όλα τα παιδάκια της Καλλιθέας («φάε το φαγητό σου, αλλιώς θα φωνάξω τον Τζώνυ τον Πλιάτσικο να σε βιάσει!»), ήταν πραγματικά ένας κρυουλιάρης! Και πολύ μάλιστα! Μπορούσε όμως να είναι αυτός ο λόγος για τόσα αποτρόπαια εγκλήματα;


Στα δέκα χρόνια δράσης του Τζώνυ, η αστυνομία είχε αναθέσει σε ολόκληρο επιτελείο την υπόθεσή του. Οι αστυνομικοί συνεργάζονταν και με ψυχολόγους, προκειμένου να κατανοήσουν το χαρακτήρα και τα κίνητρά του (αλλά και με ψυχίατρους για να γιατρέψουν τα δικά τους σπασμένα νεύρα), και με χαρτορίχτρες μήπως προβλέψουν κάποια επόμενη κίνησή του. Όλα αυτά όμως έφερναν ελάχιστα αποτελέσματα. Το μόνο που είχαν καταφέρει ως τώρα να συμπεράνουν ήταν ότι ο Τζώνυ ήταν γενικότερα επιρρεπής σε κάθε είδους αμαρτία. Μέχρι που είχε ακουστεί ότι είχε παντρευτεί τη Λότα την Κοκότα, μόνο και μόνο για να την απατά! Πήγαινε απρόσκλητος σε δίκες που δεν είχε καμμία σχέση, ως μάρτυρας, για να ψευδομαρτυρήσει. Γκάστρωσε τη Λότα, για να τη βάλει μετά να κάνει έκτρωση στον ένατο μήνα. Ακόμα και στο δημοψήφισμα του Χριστόδουλου δεν υπόγραψε, ο αθεόφοβος!


Κι όμως, ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος πίστευε στο Θεό και στο Δαίμονα, πίστευε στον Παράδεισο και στην Κόλαση. Ακόμα κι όταν έκαιγε εκείνη την εκκλησία στο Κεφαλάρι, και βγήκε ο παπάς και τον βλαστήμαγε, ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος δεν είπε λέξη, παρά δεχόταν τις κατάρες, όπως φαινόταν, με ευχαρίστηση. Και το ίδιο γινόταν κάθε φορά που έκαιγε εκκλησία. Το σημαντικό πάντως στην όλη υπόθεση ήταν ότι ο Τζώνυ Πλιάτσικος δούλευε με βάση ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο, πάνω στο οποίο βασίζονταν όλες του οι ενέργειες. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Μόνο που το σχέδιό του δεν ήταν καθόλου εμφανές, ούτε το είχε αποκαλύψει ποτέ σε κανέναν.


Και τότε, μια ωραία πρωία του Απριλίου, ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος, ο μαχαιροβγάλτης, ο βιαστής, ο κρυουλιάρης, πήρε ένα περίστροφο και αυτοκτόνησε μέσα στην πλατεία Συντάγματος. Δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να το κάνει. Δεν είχε καν τύψεις για τα εγκλήματά του. Αλλά το έκανε. Και πήγε στην Κόλαση.


….Κι εκεί, μέσα στο καζάνι της κόλασης, οπού θα έβραζε για πάντα, μέσα στην αφόρητη ζέστη, ο Τζώνυ ο Κρυουλιάρης βρήκε την ευτυχία.