Στη ζωή μου μπορώ να πω ότι πάντα ήμουν τυχερός, από την άποψη ότι πότε μου δεν έτυχε να έχω σοβαρό πρόβλημα υγείας, κι ότι ποτέ δε βρέθηκα σε κατάσταση μεγάλης ανάγκης, οικονομικής φύσεως ή άλλης. Στο σχολείο θα έλεγα ότι ήμουν κάπως δημοφιλής, τα τέσσερα χρόνια στη Φιλοσοφική Αθηνών ήταν αρκετά ενδιαφέροντα, στο στρατό έκανα στενές φιλίες. Κι έπειτα, από γνωριμίες, έπιασα δουλειά σε κάποιο γραφείο, έχοντας μισθό που μου επίτρεπε να κάνω και μια καλή νυχτερινή ζωή. Το σπίτι που έμενα στα Πατήσια ήταν μεν μικρό, αλλά μου έφτανε, αφού έμενα μόνος. Οι γείτονες ποτέ δεν ενοχλούσαν, ή για να είμαι πιο ακριβής, ποτέ δεν τους είδα.
Μια μικρή λεπτομέρεια έφερε την αλλαγή, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα. Αποφάσισα να διακοσμήσω το μικρό μου διαμέρισμα, όταν μια ελαφριά αρρώστια με ανάγκασε να περάσω μερικές μέρες εσώκλειστος και να αποφασίσω ότι είχα παραμελήσει τον προσωπικό μου χώρο. Πέρασα λοιπόν αρκετά απογεύματα μετά από αυτό σε μαγαζιά με μικροέπιπλα και μπιμπελό, προσπαθώντας να αποφασίσω τι πορτατίφ μου ταίριαζε σαν προσωπικότητα και τι χρώμα σερβίτσιου με αντιπροσώπευε σαν άνθρωπο. Ένα μήνα μετά μπορούσα να λέω στο εαυτό μου ότι ήμουν πολύ κοντά στο να νιώθω ολοκληρωμένος.
Μια μέρα έφερα την κοπέλα μου να της δείξω τον χώρο όπως διαμορφώθηκε τελικά. Την οδήγησα μέσα και της έβγαλα το μαντήλι από τα μάτια (τι ρομαντικό, μη χέσω). Άνοιξε τα μάτια και το βλέμμα της καρφώθηκε κατ’ ευθείαν σε ένα σημείο, χωρίς να προσέξει ο,τιδήποτε άλλο. «Τι είναι αυτό;» κάνει έντρομη, «τι θέλει εδώ μέσα;». «Μα, είναι μια αφρικάνικη μάσκα». Ήταν πολλά περισσότερα από αυτό. Ήταν μια τεράστια παραδοσιακή αφρικάνικη μάσκα της φυλής των δεν-θυμόμουν-ποιών, την οποία παρεμπίπτοντος είχα χρυσοπληρώσει. Μου άρεσε τόσο, που ήταν το μόνο στολίδι σε ένα μεγαλούτσικο τοίχο. «Να τη βγάλεις αμέσως από το σπίτι. Είναι φορέας κακής ενέργειας. Θα σου φέρει κακοτυχία και δυστυχία. Αυτοί οι άνθρωποι που τις φτιάχνουν αναμιγνύονται με βουντού, το καταλαβαίνεις;» Εκείνη την ώρα έκανα πίσω, αλλά στην ουσία δεν είχα κανένα σκοπό να την κατεβάσω από τον τοίχο μου. Η μάσκα μου άρεσε, ταίριαζε με το υπόλοιπο δωμάτιο. Και στο κάτω-κάτω, ως γνήσιο παιδί της εποχής μου δεν πίστευα καθόλου σε μπούρδες περί βουντού, κακής ενέργειας, μεταφυσικών φαινομένων και λοιπών. Ούτε το Φενγκ Σούι είχα σε υπόληψη, αν και δε νομίζω οι κινέζοι να κρεμάνε αφρικάνικες μάσκες στα σπίτια τους, οπότε δε θα έχουν προβλέψει την περίπτωσή μου. Το είχα πάρει απόφαση: η μάσκα θα έμενε, τελεία και παύλα.-
Λίγες μέρες μετά, μικρές αλλαγές άρχισαν να συμβαίνουν στη ζωή μου. Το λεωφορείο που έπαιρνα για τη δουλειά μου φαινόταν λίγο πιο γεμάτο. Το ψωμί που αγόραζα απ’ το φούρνο λίγο πιο άψητο. Ο πιτσαράς αργούσε λίγο παραπάνω. Η δουλειά στο γραφείο φαινόταν λίγο πιο κουραστική. Οι γυναίκες στο δρόμο λίγο πιο κακόγουστες. «Τυχαίνουν αυτά», σκέφτηκα. «Άλλες μέρες είναι τυχερές, άλλες όχι». Η κοπέλα μου άρχισε να φωνάζει πάλι για τη μάσκα. Εκνευρίστηκα και πήρα και δεύτερη. Την κρέμασα δίπλα στην άλλη.
Ένα σκυλί στη στάση του λεωφορείου μου κατούρησε το πόδι το επόμενο πρωί. Το λεωφορείο άργησε εξοργιστικά εκείνη την ημέρα. Δίπλα μου κάθησε μια γριά άστεγη που βρομούσε πέρα από την ανθρώπινη φαντασία. Ο διευθυντής μου μου έκανε παρατήρηση για την αργοπορία μου και για την κακοσμία που είχα πλέον κι εγώ, μη δεχόμενος τη δικαιολογία της αργής συγκοινωνίας. Ένας συνάδελφος που παρακολούθησε τη σκηνή ήρθε και κόλλησε ένα κίτρινο χαρτάκι στο γραφείο μου με τη φράση «αν είναι να πάει κάτι στραβά, θα πάει», και με αποκάλεσε νέο μέλος της κοινωνίας του Μέρφυ.
Ο νους μου κόλλησε στις μάσκες και στα λόγια περί κακής ενέργειας. Ήταν δυνατόν να είναι αυτές η ρίζα του κακού; Απομάκρυνα αυτήν τη σκέψη αμέσως από το μυαλό μου. Προληπτικός δε θα γινόμουν. Το ίδιο απόγευμα αγόρασα άλλες δύο μάσκες και τις κρέμασα δίπλα στις άλλες.
Το λεωφορείο αργούσε πλέον δεδομένα σαράντα λεπτά της ώρας. Δίπλα μου καθόταν πλέον μόνιμα η άστεγη βρομερή γριά όταν έβρισκα θέση, αλλιώς την έβρισκα να στέκεται πάντα δίπλα μου. Το ψωμί του φούρνου ήταν πάντα μπαγιάτικο. Ο πιτσαράς ερχόταν με τουλάχιστον μια ώρα καθυστέρηση, ενώ άλλες φορές ξεχνούσε να έρθει. Ο θερμοσίφωνας και το ψυγείο είχαν χαλάσει καιρό τώρα, με βλάβες μη επιδιορθώσιμες. Μέσα στην παράνοια της κακοτυχίας μου αγόρασα άλλες δύο μάσκες.
Η τελευταία εβδομάδα σε αυτό το σπίτι ήταν κάπως πιο ακραία. Η τελευταία ηλεκτρική συσκευή που δούλευε πλέον, το σίδερο, βραχυκύκλωσε και η φωτιά που έπιασε επεκτάθηκε κυρίως στη ντουλάπα, καίγοντας όλα μου τα ρούχα. Κατά τα άλλα, η κοπέλα μου τελικά με παράτησε, ενώ τα λεωφορεία κήρυξαν απεργία έπ’ αόριστον, αναγκάζοντάς με να ξυπνάω δύο ώρες νωρίτερα για να περπατάω μέχρι τη δουλειά, από την οποία τελικά απολύθηκα. Όσο για τη γριά, φυσικά δεν την ξεφορτώθηκα. Αποδείχτηκε να είναι η χαμένη τρίτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, και εγκαταστάθηκε μόνιμα σπίτι μου. Κόλαση.
Με τα τελευταία μου λεφτά (αυτά που δε βρίσκονταν στο πορτοφόλι μου όταν μου το έκλεψαν) αγόρασα άλλες τρεις αφρικάνικες μάσκες. Άρχισα να έχω αμφιβολίες για αυτή μου την απόφαση, όταν την κοιτούσα από το κρεβάτι μου, όπου ψηνόμουν με βαρύ πυρετό. Ζήτησα από τη γρια να με βοηθήσει σε αυτήν τη δύσκολη ώρα, και τότε ήταν που πρόσεξα ότι η γριά είχε ψοφήσει. Σχεδόν λυπήθηκα. Είχα δεθεί μαζί της τελικά, ύστερα από όσα είχαν γίνει. Ο θάνατός της μου φάνηκε σαν άλλη μια γκαντεμιά. Τη μυρωδιά πτωμαΐνης ούτε την είχα προσέξει εν τω μεταξύ, το κουφάρι της γριάς δε βρόμαγε παραπάνω από όταν ήταν ζωντανή. Εκείνη την ώρα, κοιτάζοντας τον τοίχο που ήταν γεμάτος πλέον πιθαμή προς πιθαμή με αποκρουστικές, εχθρικές (έτσι μου φαίνονταν πια) αφρικάνικες μάσκες, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν ώρα να σταματήσω να προκαλώ την τύχη μου και να βγάλω αυτά τα δαιμόνια από το καταστραμμένο μέρος που ήταν κάποτε και θα μπορούσε ίσως να ξαναγίνει το σπίτι μου. Αυτή ήταν η τελευταία σκέψη μου, προτού ύστερα από ένα δυνατό κρότο ο ίδιος αυτός ο τοίχος γκρεμιστεί και πέσει πάνω μου, αποκαλύπτοντας από πίσω ένα ολόκληρο οπλοστάσιο τρομοκρατικής οργάνωσης που πήρε φωτιά.

1 σχόλια:
Πωπω ακόμα το θυμάμαι αυτό το κείμενο όταν το πρωτοδιάβασα στο περιοδικό...Επικές στιγμές!! :)
Ανάρτηση Σχολίου