Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Το παιδι

Όταν δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς σου συμβαίνει, είναι κάπως δύσκολο να το εξηγησεις σε άλλους. Ξέρω ότι έχω μια αποστολή, και ξέρω ότι δεν έχω άλλη επιλογή παρά να την εκτελέσω. Όταν την εντολή τη δίνει ο διάβολος, ξέρεις ότι οι επιλογές σου στενεύουν. Ακόμα κι αν δεν την καταλαβαίνεις καθόλου, ακόμα κι αν σου φαίνεται απολύτως γελοία. Ακόμα κι αν στις 12:20 ακριβώς πρέπει να σταθείς σε ένα συγκεκριμένο σημείο και να φωνάξεις «Μπαμπακίντα».

Κάθομαι απέναντι από το καθορισμένο σημείο μισή ώρα νωρίτερα, χεσμένος από το φόβο μου για το τι μπορεί να συμβεί, κι αναρωτιέμαι αν μου το ζήτησε μόνο και μόνο για να περάσει ένα ευχάριστο μεσημέρι γέλιου. Αν και δεν πιστεύω ότι γελάει. Το λέω αυτό γιατί τον έχω δει. Μπροστά μου. Όχι στον ύπνο μου, μπροστά μου. Χτες το απογευματάκι. Δε γελούσε. Κάποιος κάθεται στο παγκάκι δίπλα μου, μου προσφέρει ένα από τα φιστίκια του, του λέω όχι, και το θεωρεί αρκετή αφορμή για να μου πει σχεδόν τα πάντα περί συνταξιοδότησης, του κράτους που δεν υπάρχει, ιλλουμινάτων, του παντελονιού του που του σκίστηκε στον κώλο μια μέρα, κι έπειτα πάλι περί συνταξιοδότησης. Στην αρχή κοιτάζω ευθεία μπροστά μου, για να μη θεωρήσει οποιαδήποτε κίνησή μου ανατροφοδότηση στο μονόλογό του, γεγονός που δε φάνηκε να τον επηρεάζει, σιγά-σιγά όμως πιάνω τον εαυτό του να τον ακούει συνεπαρμένος. Αυτό πρέπει να είναι από τα τελευταία στάδια παράνοιας, σκέφτομαι. Ίσως όμως πάλι απλά θέλω να ξεχαστώ και να πω ένα μικρό «δε γαμνιέται» σε όσα γίνονται. Δε γαμνιέται, στο κάτω-κάτω, ένα «Μπαμπακίντα» πρέπει να φωνάξω, και τελείωσε.

Μπροστά μου ένας δρόμος, και απέναντι μια τεράστια είσοδος από την οποία βγαίνει βοή πολυκοσμίας και μυρωδιά κρέατος. Αριστερά μου η πλατεία Ομονοίας, δεξιά το Ερέχθειο, και δίπλα μου ένας τύπος που τώρα «μου» μιλάει για το κτηματάκι στην Αμαλιάδα που μεταξύ μας έφαγε από την αδερφή του. Γυρνάω, τον κοιτάζω, του λέω ότι τελικά θα έπαιρνα ένα φυστίκι. Σταματά να μιλάει, με κοιτάζει έκπληκτος για τρία έντονα δευτερόλεπτα, σηκώνεται και φεύγει. Δε με πειράζει. Δεν είναι το πιο περίεργο πράγμα που έχω δει. Εγώ έχω δει το διάβολο.

Το είχα αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό να πουλήσω την ψυχή μου. Ήταν Πέμπτη απόγευμα, είχα μάθημα κιθάρας, και ήμουν αρκετά χαρούμενος όταν μετά από αρκετό κόπο είχα μάθει το σόλο του Smoke on the water και το έδειχνα στον καθηγητή μου. Μόλις το τελείωσα, τον κοίταξα με μεγάλη προσμονή για ένα σχόλιο, κι εκείνος, με ένα βλέμμα υπομονετικό όπως το σκέφτομαι τώρα, μου είπε ένα μετρημένο «καλά τα πήγες». Άφησα την κιθάρα και του έκανα την ερώτηση που με έτρωγε τόσον καιρό. «Δάσκαλε», είπα, «πότε πιστεύεις ότι θα γίνω Ritchie Blackmore;» Τότε το φως συγκεντρώθηκε προς αυτόν, ψήλωσε μερικούς πόντους και μεγάλωσε μερικά χρόνια, και με φωνή που έσταζε αιώνες σοφίας μου είπε: «Τσέλο παιδί μου, το θέμα δεν είναι να γίνεις Ritchie Blackmore, το θέμα είναι να γίνεις Τσέλος Φυντάνης». Εκείνη την ώρα μπορούσα να πεθάνω ευτυχισμένος, αλλά φεύγοντας από το μάθημα ένιωσα αυτή την αίσθηση ικανοποίησης που χαλάει και τις καλύτερες στιγμές. Ήξερα ότι δεν ήθελα να γίνω απλά ο εαυτός μου, αλλά ότι έπρεπε να φτάσω στο πάνθεον των ηρώων μου.

Το ίδιο βράδυ άκουγα ένα δίσκο από ένα παλιό κιθαρίστα της μπλουζ, που μιλούσε για το πώς συνάντησε σε ένα σταυροδρόμι το διάβολο και του πούλησε την ψυχή του. Ήταν σημάδι. Το επόμενο πρωί βρήκα ένα τυχαίο σταυροδρόμι έξω από την Αθήνα, ξεχασμένο από το Θεό, και περίμενα. Μετά από ώρες αναμονής κάτω από τον ήλιο άρχισα να παραμιλάω. Μιλούσα για το πώς θέλω να έρθει ο διάβολος, να με κάνει τον καλύτερο κιθαρίστα του κόσμου, τον πιο γρήγορο και ευρηματικό και ευφυή και δε συμμαζεύεται, και για αντάλλαγμα θα έδινα την ψυχή μου, θα έκανα ό,τι ήθελε, κι όλα αυτά τα επαναλάμβανα σε αυτή τη σειρά συνεχώς, με χαμένο βλέμμα. Μετά από κάποια ώρα συνειδητοποίησα ότι ακριβώς δίπλα μου καθόταν ένας κύριος, καλά ντυμένος αλλά όχι πολύ, μετρίου αναστήματος, λίγο μαυριδερός και λίγο θηλυπρεπής. Σταμάτησα να μιλάω και κοιταχτήκαμε. Το πρόσωπό του ήταν πιο ανέκφραστο κι από τον Keanu Reeves στη χειρότερή του ερμηνεία. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί και με έβαλε να το υπογράψω. Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε. Γύρισα σπίτι και δεν πίστευα ότι έπαιζα εγώ αυτήν την κιθάρα.

Την επόμενη μέρα, σήμερα, ξύπνησα και ήξερα ότι ο διάβολος με ήθελε για αποστολή. Είναι λίγο δύσκολο να το παραβλέψεις όταν είναι γραμμένο στον τοίχο σου με αίμα. Και πολύ δύσκολο να το αμελήσεις επίσης.

Η ώρα έχει σχεδόν φτάσει, και σηκώνομαι να περάσω απέναντι. Στην είσοδο της κρεαταγοράς ένας τύπος έχει μόλις πάρει ένα από τα φυστίκια του γέρου που καθόταν δίπλα μου. Γυρίζει το κεφάλι του δεξια καθώς βάζει το φυστίκι στο στόμα του. Ατάραχος πλησιάζω. Βλέπει από μια πέρα γωνία να εμφανίζονται δύο κουστουμάτοι και πνίγεται. Προσπαθεί κάτι να πει καθώς πάω και στέκομαι ακριβώς δίπλα του. Το ρολόι μου δείχνει ακριβώς 12:20. Με θεατρικό ύφος, κάνω τα χέρια μου χωνί και φωνάζω «Μπαμπακίντα». Αμέσως επικρατεί αναταραχή στην κρεαταγορά, βγάζουν τα κρέατα από τους πάγκους και βάζουν άλλα. Ο γέρος βαράει τον τύπο στην πλάτη με μένος. Οι δύο κουστουμάτοι καθώς περνάνε από μπροστά μου φοράνε καρτελάκια αγορανομίας και στρίβουν μέσα στην αγορά. Όλα όμως έχουν τελειώσει. Η αγορά είναι καθαρή. Ο τύπος μπροστά στην αγορά γλυτώνει τον πνιγμό, σηκώνεται, πιάνει το χέρι μου και το σφίγγει στο δικό του. «Ο θεός σε έστειλε αγόρι μου», λέει. «Δεν ξέρω πού τα έμαθες αυτά, αλλά μας έσωσες. Σου χρωστάω χάρη. Έλα μέσα.»

Τρεις μέρες μετά, ενώ προσπαθώ να τελειώσω τα βουνά (καθαρού) κρέατος που με φίλεψε ο «πορτιέρης» της κρεαταγοράς, ακούω στην τηλεόραση για κάτι χιλιάδες κρουσμάτων δηλητηρίασης στην πρωτεύουσα.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

God damn it!

Στη ζωή μου μπορώ να πω ότι πάντα ήμουν τυχερός, από την άποψη ότι πότε μου δεν έτυχε να έχω σοβαρό πρόβλημα υγείας, κι ότι ποτέ δε βρέθηκα σε κατάσταση μεγάλης ανάγκης, οικονομικής φύσεως ή άλλης. Στο σχολείο θα έλεγα ότι ήμουν κάπως δημοφιλής, τα τέσσερα χρόνια στη Φιλοσοφική Αθηνών ήταν αρκετά ενδιαφέροντα, στο στρατό έκανα στενές φιλίες. Κι έπειτα, από γνωριμίες, έπιασα δουλειά σε κάποιο γραφείο, έχοντας μισθό που μου επίτρεπε να κάνω και μια καλή νυχτερινή ζωή. Το σπίτι που έμενα στα Πατήσια ήταν μεν μικρό, αλλά μου έφτανε, αφού έμενα μόνος. Οι γείτονες ποτέ δεν ενοχλούσαν, ή για να είμαι πιο ακριβής, ποτέ δεν τους είδα.

Μια μικρή λεπτομέρεια έφερε την αλλαγή, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα. Αποφάσισα να διακοσμήσω το μικρό μου διαμέρισμα, όταν μια ελαφριά αρρώστια με ανάγκασε να περάσω μερικές μέρες εσώκλειστος και να αποφασίσω ότι είχα παραμελήσει τον προσωπικό μου χώρο. Πέρασα λοιπόν αρκετά απογεύματα μετά από αυτό σε μαγαζιά με μικροέπιπλα και μπιμπελό, προσπαθώντας να αποφασίσω τι πορτατίφ μου ταίριαζε σαν προσωπικότητα και τι χρώμα σερβίτσιου με αντιπροσώπευε σαν άνθρωπο. Ένα μήνα μετά μπορούσα να λέω στο εαυτό μου ότι ήμουν πολύ κοντά στο να νιώθω ολοκληρωμένος.

Μια μέρα έφερα την κοπέλα μου να της δείξω τον χώρο όπως διαμορφώθηκε τελικά. Την οδήγησα μέσα και της έβγαλα το μαντήλι από τα μάτια (τι ρομαντικό, μη χέσω). Άνοιξε τα μάτια και το βλέμμα της καρφώθηκε κατ’ ευθείαν σε ένα σημείο, χωρίς να προσέξει ο,τιδήποτε άλλο. «Τι είναι αυτό;» κάνει έντρομη, «τι θέλει εδώ μέσα;». «Μα, είναι μια αφρικάνικη μάσκα». Ήταν πολλά περισσότερα από αυτό. Ήταν μια τεράστια παραδοσιακή αφρικάνικη μάσκα της φυλής των δεν-θυμόμουν-ποιών, την οποία παρεμπίπτοντος είχα χρυσοπληρώσει. Μου άρεσε τόσο, που ήταν το μόνο στολίδι σε ένα μεγαλούτσικο τοίχο. «Να τη βγάλεις αμέσως από το σπίτι. Είναι φορέας κακής ενέργειας. Θα σου φέρει κακοτυχία και δυστυχία. Αυτοί οι άνθρωποι που τις φτιάχνουν αναμιγνύονται με βουντού, το καταλαβαίνεις;» Εκείνη την ώρα έκανα πίσω, αλλά στην ουσία δεν είχα κανένα σκοπό να την κατεβάσω από τον τοίχο μου. Η μάσκα μου άρεσε, ταίριαζε με το υπόλοιπο δωμάτιο. Και στο κάτω-κάτω, ως γνήσιο παιδί της εποχής μου δεν πίστευα καθόλου σε μπούρδες περί βουντού, κακής ενέργειας, μεταφυσικών φαινομένων και λοιπών. Ούτε το Φενγκ Σούι είχα σε υπόληψη, αν και δε νομίζω οι κινέζοι να κρεμάνε αφρικάνικες μάσκες στα σπίτια τους, οπότε δε θα έχουν προβλέψει την περίπτωσή μου. Το είχα πάρει απόφαση: η μάσκα θα έμενε, τελεία και παύλα.-

Λίγες μέρες μετά, μικρές αλλαγές άρχισαν να συμβαίνουν στη ζωή μου. Το λεωφορείο που έπαιρνα για τη δουλειά μου φαινόταν λίγο πιο γεμάτο. Το ψωμί που αγόραζα απ’ το φούρνο λίγο πιο άψητο. Ο πιτσαράς αργούσε λίγο παραπάνω. Η δουλειά στο γραφείο φαινόταν λίγο πιο κουραστική. Οι γυναίκες στο δρόμο λίγο πιο κακόγουστες. «Τυχαίνουν αυτά», σκέφτηκα. «Άλλες μέρες είναι τυχερές, άλλες όχι». Η κοπέλα μου άρχισε να φωνάζει πάλι για τη μάσκα. Εκνευρίστηκα και πήρα και δεύτερη. Την κρέμασα δίπλα στην άλλη.

Ένα σκυλί στη στάση του λεωφορείου μου κατούρησε το πόδι το επόμενο πρωί. Το λεωφορείο άργησε εξοργιστικά εκείνη την ημέρα. Δίπλα μου κάθησε μια γριά άστεγη που βρομούσε πέρα από την ανθρώπινη φαντασία. Ο διευθυντής μου μου έκανε παρατήρηση για την αργοπορία μου και για την κακοσμία που είχα πλέον κι εγώ, μη δεχόμενος τη δικαιολογία της αργής συγκοινωνίας. Ένας συνάδελφος που παρακολούθησε τη σκηνή ήρθε και κόλλησε ένα κίτρινο χαρτάκι στο γραφείο μου με τη φράση «αν είναι να πάει κάτι στραβά, θα πάει», και με αποκάλεσε νέο μέλος της κοινωνίας του Μέρφυ.

Ο νους μου κόλλησε στις μάσκες και στα λόγια περί κακής ενέργειας. Ήταν δυνατόν να είναι αυτές η ρίζα του κακού; Απομάκρυνα αυτήν τη σκέψη αμέσως από το μυαλό μου. Προληπτικός δε θα γινόμουν. Το ίδιο απόγευμα αγόρασα άλλες δύο μάσκες και τις κρέμασα δίπλα στις άλλες.

Το λεωφορείο αργούσε πλέον δεδομένα σαράντα λεπτά της ώρας. Δίπλα μου καθόταν πλέον μόνιμα η άστεγη βρομερή γριά όταν έβρισκα θέση, αλλιώς την έβρισκα να στέκεται πάντα δίπλα μου. Το ψωμί του φούρνου ήταν πάντα μπαγιάτικο. Ο πιτσαράς ερχόταν με τουλάχιστον μια ώρα καθυστέρηση, ενώ άλλες φορές ξεχνούσε να έρθει. Ο θερμοσίφωνας και το ψυγείο είχαν χαλάσει καιρό τώρα, με βλάβες μη επιδιορθώσιμες. Μέσα στην παράνοια της κακοτυχίας μου αγόρασα άλλες δύο μάσκες.

Η τελευταία εβδομάδα σε αυτό το σπίτι ήταν κάπως πιο ακραία. Η τελευταία ηλεκτρική συσκευή που δούλευε πλέον, το σίδερο, βραχυκύκλωσε και η φωτιά που έπιασε επεκτάθηκε κυρίως στη ντουλάπα, καίγοντας όλα μου τα ρούχα. Κατά τα άλλα, η κοπέλα μου τελικά με παράτησε, ενώ τα λεωφορεία κήρυξαν απεργία έπ’ αόριστον, αναγκάζοντάς με να ξυπνάω δύο ώρες νωρίτερα για να περπατάω μέχρι τη δουλειά, από την οποία τελικά απολύθηκα. Όσο για τη γριά, φυσικά δεν την ξεφορτώθηκα. Αποδείχτηκε να είναι η χαμένη τρίτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, και εγκαταστάθηκε μόνιμα σπίτι μου. Κόλαση.

Με τα τελευταία μου λεφτά (αυτά που δε βρίσκονταν στο πορτοφόλι μου όταν μου το έκλεψαν) αγόρασα άλλες τρεις αφρικάνικες μάσκες. Άρχισα να έχω αμφιβολίες για αυτή μου την απόφαση, όταν την κοιτούσα από το κρεβάτι μου, όπου ψηνόμουν με βαρύ πυρετό. Ζήτησα από τη γρια να με βοηθήσει σε αυτήν τη δύσκολη ώρα, και τότε ήταν που πρόσεξα ότι η γριά είχε ψοφήσει. Σχεδόν λυπήθηκα. Είχα δεθεί μαζί της τελικά, ύστερα από όσα είχαν γίνει. Ο θάνατός της μου φάνηκε σαν άλλη μια γκαντεμιά. Τη μυρωδιά πτωμαΐνης ούτε την είχα προσέξει εν τω μεταξύ, το κουφάρι της γριάς δε βρόμαγε παραπάνω από όταν ήταν ζωντανή. Εκείνη την ώρα, κοιτάζοντας τον τοίχο που ήταν γεμάτος πλέον πιθαμή προς πιθαμή με αποκρουστικές, εχθρικές (έτσι μου φαίνονταν πια) αφρικάνικες μάσκες, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν ώρα να σταματήσω να προκαλώ την τύχη μου και να βγάλω αυτά τα δαιμόνια από το καταστραμμένο μέρος που ήταν κάποτε και θα μπορούσε ίσως να ξαναγίνει το σπίτι μου. Αυτή ήταν η τελευταία σκέψη μου, προτού ύστερα από ένα δυνατό κρότο ο ίδιος αυτός ο τοίχος γκρεμιστεί και πέσει πάνω μου, αποκαλύπτοντας από πίσω ένα ολόκληρο οπλοστάσιο τρομοκρατικής οργάνωσης που πήρε φωτιά.

Καθώς το σπίτι μου γινόταν ένα συνονθύλευμα από μπάζα, μάσκες, όργανα της δράσης που μπούκαραν για να ερευνήσουν και μια ομάδα τσιγγάνων που έκλαιγαν πάνω από το κουφάρι της γριάς, μάλλον συγγενείς της από το άλλο σόι, εγώ βγήκα στο μπαλκόνι και άρχισα να ουρλιάζω. Οι κραυγές μου προκάλεσαν να σηκωθεί ένα σμήνος από περιστέρια από το απέναντί δέντρο και, περνώντας από πάνω μου, να αρχίσει να κουτσουλά μανιωδώς. Οι περισσότερες με πήραν στο κεφάλι. Τώρα το ήξερα. Εφ’ όσον άρχισε, δε θα τελείωνε ποτέ.

Σκεφτομαι και γραφω: Το σπιτι μου και η οικογενεια μου

Με λένε Χρηστάκη και το σπίτι μου είναι ένα μπουρδέλο. Εγώ δε ξέρω τι είναι μπουρδέλο, ρώτησα τη δασκάλα και δε μου έλεγε, αλλά ο μπαμπάς έτσι λέει όταν φτάνει το βράδυ σπίτι: «Πάλι μπουρδέλο είναι το σπίτι», και μετά βρίζεται με τη μαμά. Εγώ αγαπώ το σπίτι μου, άρα νομίζω ότι το μπουρδέλο είναι κάτι καλό. Μάλλον πρέπει να λένε μπουρδέλα τα παλιά σπίτια με πολλά άτομα μέσα και παιχνίδια πεταμένα στο σαλόνι και πολλά παιδάκια να τρέχουν εδώ κι εκεί. Λέω στη μαμά να με πάει σε μπουρδέλο για να δω, για να δω της το λέω, αλλά αυτή με δέρνει. Εγώ με τα αδέρφια μου μένουμε στα τρία υπνοδωμάτια του σπιτιού. Οι γονείς μας μένουν στο σαλόνι. Εγώ είμαι δέκα χρονών, κι έχω 4 αδερφές πιο μικρές και 7 αδέρφια πιο μεγάλα, τέσσερους αδερφούς και τρεις αδερφές. Δεν θυμάμαι ολωνών τα ονόματα, ελπίζω να μη με μαλώσετε. Κοιμάμαι στο δωμάτιο με τους τέσσερους αδερφούς μου, στο άλλο κοιμούνται οι αδερφές μου και στο άλλο πάλι οι αδερφές μου. Όσοι ξένοι έρχονται σπίτι και μας βλέπουν όλα μαζί γελάνε και λένε μπράβο και άλλα τέτοια, και άλλοι αστειεύονται και λένε να κάνουμε ομάδα ποδοσφαίρου. Ο αδερφός μου ο Πέτρος τότε τσατίζεται και τους βρίζει, «Αυτή τη μαλακία την έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές», και ο ξένος ξινίζει τα μούτρα του. Ο Πέτρος είναι 20 χρονών. Έχει τελειώσει το σχολείο και πάει πανεπιστήμιο. Ρώτησα τη μαμά τι είναι πανεπιστήμιο, μου είπε ότι είναι σαν το σχολείο, αλλά μεγαλύτερο. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Νομίζω ότι θα μοιάζει πιο πολύ με το σπίτι μας. Το λέω αυτό γιατί μια φορά ήρθε ο Πέτρος σπίτι και πέταξε την τσάντα του στο πάτωμα και φώναξε: «Το κλείσαν το μπουρδέλο!» Αρα το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι ένα μέρος με πολλά παιδιά και πολλή φασαρία και να είναι παλιό και να μην έχει λάμπα στο διάδρομο.

Εγώ με τα αδέρφια μου μας αρέσει να παίζουμε στο σαλόνι. Εκεί είναι και το κασετόφωνο και ακούμε μουσική. Συνήθως μαλώνει ο Γιώργος με την αδερφή μου που δε θυμάμαι πώς τη λένε κι ελπίζω να μη με μαλώσετε, για το τι μουσική θα ακούσουνε. Καμιά φορά ακούει μουσική η αδερφή μου που δε θυμάμαι πώς τη λένε κι ελπίζω να μη με μαλώσετε και τραγουδά εκεί μια και λέει ότι υποφέρει πολύ, και τότε μπαίνει στο σαλόνι ο Γιώργος και λέει «τι παπάρες ακούς ρε πάλι» και αλλάζει την κασέτα και τότε ακούγονται κάτι ντάπα ντούπα και τα άλλα παιδιά φεύγουν από το δωμάτιο, αλλά εγώ μένω γιατί μετά αρχίζουν να βρίζονται κι εγώ γελάω πολύ. Η αδερφή μου -μη με μαλώσετε- λέει το Γιώργο κάφρο κι ο Γιώργος τη λέει σκυλί. Αρα έχουμε και κατοικίδια στο σπίτι μας, που είναι μπουρδέλο. Το βράδυ ο μπαμπάς και η μαμά αρρωσταίνουν. Γι αυτό και δεν μας αφήνουν να πηγαίνουμε στο σαλόνι το βράδυ, για να μην κολλήσουμε κι εμείς. Και η μαμά και ο μπαμπάς φωνάζουν σα να πονάνε, πιο πολύ η μαμά. Εγώ θέλω να πάω να δω τι πάθανε, αλλά τα αδέρφια μου δεν με αφήνουν. Θα φοβούνται κι αυτοί μήπως κολλήσω κι εγώ. Πάντως μια φορά που πήγα κρυφά στο σαλόνι είδα τη μαμά και τον μπαμπά να έχουν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλο, και φώναζαν, επειδή δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν. Έτρεξα τότες κι εγώ να βοηθήσω να ξεκολλήσουν, αλλά ο μπαμπάς όταν με είδε τσατίστηκε και με είπε μαλακισμένο και μου είπε φύγε και μου πέταξε και την παντόφλα. Θα φοβήθηκε κι αυτός μήπως κολλήσω κι εγώ. Την επομένη ο Πέτρος μου είπε ότι είμαστε δώδεκα αδέρφια επειδή δεν έχουμε τηλεόραση, αλλά εγώ δεν τον κατάλαβα. Φτάνει τόση η έκθεση;