Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Κομματι απο κεικ


Το ιταλικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης ήταν γεμάτο από κλασάτα ζευγάρια, ντυμένα στην τρίχα με επώνυμες μάρκες. Η Λώρα κι εγώ καθόμασταν σε ένα τραπέζι-αντίκα, πολύ μεγαλύτερο από όσο θα χρειαζόταν ένα ζευγάρι, κοντά στο πιάνο με ουρά που έπαιζε με άνετο ύφος ένας νεαρός Μαροκινός. Δεν ήμασταν ζευγάρι με τη Λώρα, πολύ το έλπιζα όμως να γίνουμε. Ήταν το πρώτο μας ραντεβού, και ήθελα να της κάνω πολύ καλή εντύπωση. Μετά το πρώτο πιάτο με ραβιόλι, η Λώρα κι εγώ περιμέναμε το κυρίως πιάτο, ένα εξεζητημένο είδος πίτσας, το οποίο ήταν επιλογή που με άγχωσε κάπως. Η πίτσα όντας συνηθισμένο πια φαγητό δε θα με έκανε να φαίνομαι εκλεκτικός. Οι σκέψεις όμως αυτές έφυγαν γρήγορα, όταν η Λώρα έπιασε με το χέρι το πρώτο κομμάτι πίτσα, παρά τους καλούς τρόπους που επιβάλλονταν, σπάζοντας έτσι τον πάγο. Με περισσότερο θάρρος πια κι εγώ απόλαυσα το φαγητό μου με τα χέρια, και είχα καλύτερη διάθεση να αστειευτώ και να έρθω πιο κοντά της.
Η πίτσα είχε μόλις τελειώσει, κι εμείς συζητούσαμε με ένα νωχελικό πνεύμα περί ανέμων και υδάτων. Κάποια στιγμή η Λώρα μου έπιασε το χέρι, κι ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει πιο δυνατά. Της πρότεινα να κάτσει πλάι μου, και το έκανε με μαγάλη ευχαρίστηση. Στο μεταξύ ο σερβιτόρος μάς έφερε δύο εσπρέσο, προσφορά του καταστήματος, έκπληξη που δεχτήκαμε με ιδιαίτερη χαρά. «Αν το πιείς τώρα μονορούφι», είπε τότε η Λώρα με προκλητικό ύφος, «θα μπορείς να μου ζητήσεις κι εμένα να κάνω ό,τι θέλεις». Χωρίς να πω λέξη, κι αναρωτώμενος πόσο ζεστός ήταν ο καφές, έπιασα το φλυτζάνι και το άδειασα στο στόμα μου. Ευτυχώς δεν ήταν καυτός. Γύρισα και την κοίταξα με όση σαγήνη μπορούσα στο βλέμμα, κι αυτή το ανταπόδωσε. Με το δεξί της χέρι έπιασε την κοιλιά μου, πιέζοντάς την ελάχιστα, σαν να μου έκανε μασάζ. «Λοιπόν;» με ρώτησε σιγανά, εντείνοντας την κίνησή της.
Το κακό όμως είχε γίνει.
Παίρνοντας ένα πιο σοβαρό ύφος, κατεβάζω το χέρι της και της λέω: «Μπορείς να με συγχωρέσεις για δυο λεπτά;», αφήνοντάς την κάπως απορημένη. Έπειτα από λίγο χαμογελάει, δείχνοντας να καταλαβαίνει, μου ζητάει να μην αργήσω και μου δίνει ένα ζεστό, ρουφηχτό φιλί στο στόμα.

Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα έχοντας πολλά να σκεφτώ. Το εστιατόριο είχε σχεδόν αδειάσει, κι έτσι περίμενα να κάνω την φυσική μου ανάγκη ανενόχλητος. Η τουαλέτα στο βάθος του χώρου ήταν παραδόξως κοινή για άντρες και γυναίκες, και αρκετά παράξενη στη διαμόρφωσή της: ένας άδειος κυκλικός χώρος αναμονής οδηγούσε σε αρκετές πόρτες, που η κάθε μια έκρυβε έναν καμπινέ, έναν μπιντέ κι ένα νιπτήρα. Το πιο παράξενο όμως ήταν ότι η κάθε τουαλέτα χωριζόταν από την άλλη με πλεξιγκλάς, με αποτέλεσμα να μπορείς να διακρίνεις τη θολή φιγούρα του διπλανού σου. Μπήκα, έκλεισα την πόρτα, κατέβασα το παντελόνι και το σλιπ και κάθησα στον καμπινέ. Αμέσως όμως μου ήρθε η ιδέα να τα βγάλω εντελώς, φοβούμενος μη γίνει κάποιο καταστροφικό ατύχημα και τα λερώσω. Η ώρα έφτανε γρήγορα που θα έπρεπε να υποκύψω στην πράξη της αφόδευσης και οι κινήσεις μου γίνονταν όλο και πιο σπασμωδικές. Ξανακάθησα κάπως βιαστικά, κι ένιωσα την πρώτη διάσπαση του σφιγκτήρα μου καθώς το πρώτο σκατό άρχισε να βγαίνει. Ήταν αρκετά χοντρό, σκληρό και μακρύ, κι εγώ έκλεισε τα μάτια, πήρα μια βαθιά ανάσα και σφίχτηκα με όλη μου την δύναμη για να τα καταφέρω. Πρέπει να πέρναγε ένα ολόκληρο λεπτό όσο το πρώτο σκατό άφηνε το σώμα μου, κι όταν αυτό τελείωσε, έπιασα τον εαυτό μου να μην μπορεί να ανοίξει τα μάτια του. Η κόρη των ματιών μου είχε διασταλεί από την ηδονή, κι άθελά μου άφησα ένα βαρύ βογκητό ευχαρίστησης.
Πριν προλάβω όμως να αναρωτηθώ αν το είχε ακούσει κανείς, μια γυναικεία φωνή από τα αριστερά μου έβγαλε έναν αντίστοιχο ήχο. Θορυβημένος κοίταξα μέσα από το πλεξιγκλάς. Στη διπλανή τουαλέτα καυόταν μάλλον μια γυναίκα, η οποία φαινόταν σαν να είχε στρέψει κι αυτή το πρόσωπό της προς τα εμένα. Περίμενα την αντίδρασή της να είναι αρνητική σε αυτό που έγινε, εκείνη όμως με το δεξί της χέρι έπιασε το διαχωριστικό πλεξιγκλάς, το έπιασα κι εγώ στο ίδιο μέρος, και σαν να πιανόμασταν χέρι-χέρι συνεχίσαμε την ανάγκη μας. Εγώ κι εκείνη μαζί, άλλοτε μαζί, άλλοτε συγχρονισμένα, αφήναμε μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες σκατού να πέσουν στο νερό για να σηναντήσουν τις προηγούμενες, κι όλα αυτά σε αυξανόμενης έντασης βογκητά και βαριαναστενάγματα.
Μα τι έκανα; Ένιωθα απίστευτη ηδονή αλλά με έναν περίεργο τρόπο απατούσα τη Λώρα πριν καν η σχέση μας προχωρήσει, με μια άγνωστη που δεν έβλεπα καν το πρόσωπό της. Η άγνωστη δίπλα μου διέκοψε αυτές μου τις σκέψεις: σαν να με προκαλούσε, πλησίασε το διαχωριστικό για να φαίνεται η μορφή της κάπως καλύτερα, πέρασε το χέρι της μέσα από τα πόδια της, γέμισε τα δάχτυλά της με ζεστό σκατό και το έβαλε στο στόμα της. Με όσο είχε μείνει στο χέρι της ζωγράφισε πάνω στο γυαλί μια καρδιά. Έπρεπε να απαντήσω. Σηκώθηκα, πλησίασα το πλεξιγκλάς, κι άφησα το υγρό πια χεσίδι να ρεύσει στο αριστερό μου πόδι. Εκείνη άπλωσε το χέρι της προς το μέρος που βρισκόταν εκτεθειμένος ο φαλλός μου, όταν ακούστηκε ένα καμπανάκι από το εστιατόριο που σήμαινε ότι θα έκλεινε σε δέκα λεπτά. Η παράξενη αυτή συνεύρεση διακόπηκε απότομα, και με γρήγορες κινήσεις βαλθήκαμε να πλενόμαστε, στον μπιντέ και στο νιπτήρα. Τρία λεπτά μετά, καθαρός και ντυμένος πάλι, βγήκα από την τουαλέτα. Η πόρτα στα αριστερά μου άνοιξε, και είδα το πρόσωπο της Λώρα να λάμπει μόλις με αναγνώρισε. Τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία. Είχα βρει τον έρωτα της ζωής μου.