Όταν ο Έκτορας ανάκτησε τις αισθήσεις του, συνειδητοποίησε με θολό το τραχύ του μάτι ότι βρισκόταν έξω από τις δοξασμένες πύλες της Τροίας, πάνοπλος, αρματωμένος, με το δρύινό του δόρυ στο χέρι. Έτριψε το χαρακωμένο από τις μάχες πρόσωπό του για να συνέλθει, και αργά στάθηκε στα πόδια του, ρίχνοντας κατάρες στην πανοπλία που τον βάραινε. Τότε άρχισε να ξεχωρίζει τι ήταν αυτή η βοή που ενοχλούσε τα ικανά αφτιά του. Εκατοντάδες κόσμου είχαν μαζευτεί πάνω στα τείχη της πύλης της απόρθητης, κι άλλοι τον ζητωκραύγαζαν, άλλοι τον έδειχναν, και από άλλων το δάκρυ μαύρο ποτάμι έτρεχε.
Τι σύμβαινε;
Πρώτη τη φωνή του αδερφού του άκουσε, του Πάρη, που τον εμψύχωνε για μάχη, πολύ κρασί τού έταζε και γυναικών αγκάλες, κι η βροντερή φωνή του σιγανή έμοιαζε απ’ το λαό που επευφημούσε, σύμφωνο με του αδερφού τη γνώμη. Μα γρήγορα ησύχασαν όλοι, όταν το λόγο πήρε, ο Πρίαμος ο ένδοξος, της Τροίας ο πρωτάρχης.
«Αν έχεις λίγη λογική, πρίγκιπα και υιέ μου, άσε τη μάχη κι έλα μου στο κάστρο μέσα πάλι, γιατί ‘ναι η μάχη άνιση και νίκη σου δε βλέπω. Άστο καλύτερα μωρέ, κι αύριο μέρα είναι, να πολεμάμε Αχαιούς, το αίμα τους να ρέει. Όσο πενήντα Έλληνες είν’ η δική σου αξία, μα αυτόν εδώ που έρχεται, μην έχεις αυταπάτες, δεν τονε πιάνεις πουθενά, στη μάχη ή στη σπίντα. Είναι οι πιθανότητες τριάντα αυτός, συ ένα, κι εγώ να ξέρεις έβαλα σε ‘κείνον τα λεφτά μου».
Του την είχαν στήσει. Κάποιος του είχε βάλει κάτι στο ποτό του, και τον άφησαν αφύλαχτο να συναντήσει τη μοίρα του. Μια φωνή στα τείχη διαλαλούσε ότι πρόσφερε φιστίκια και παστέλια σε καλή τιμή.
Δυο ώρες πέρασαν και τίποτε δεν είχε συμβεί. Ο Έκτορας έτρωγε ένα κοτόπουλο που του είχαν κατεβάσει με καλαθάκι. Εκείνη την ώρα, ξαφνικά, η οχλοβοή δυνάμωσε. Ο Έκτορας θορυβήθηκε και σηκώθηκε, δείχνοντας το επικό του μπόι. Κοίταξε τον ορίζοντα, τίποτε δεν εφάνη, παρά μια σκόνη θεόπηχτη σ’ ένα σημείο μόνο. Μέχρι να καταλάβει τι την ξεσήκωνε, είδε μπροστά του να στυλώνεται, άντρας θεριό, ακίνητος, μ’ αγριεμένο βλέμμα. Φορούσε Αχαιών ρούχα στρατιωτικά, κι από πάνω πανοπλία που όμοιά της δεν είχε δει στα 20.000 στάδια του πάνω κόσμου. Έλαμπε σαν τη ματιά της Ελένης σε πλήρη οργασμό, κι ανάγλυφο πάνω της αναπαρίστατο η Λερναία Ύδρα, καμωμένη όμως έτσι, που ένας σύγχρονός μας παρατηρητής θα την μπέρδευε με τον Κθούλου. Κράδαινε δόρυ στο δεξί και σπάθα στο θηκάρι, που πρέπει να έκανε ζημιά τουλάχιστον 3d12+5. Πολύ δηλαδή.
Το βλέμμα του Αχιλλέα πέταγε σπίθες. Ο δε Έκτορας έμενε ευθυτενής, χωρίς να αφήνει τίποτα να προδώσει το επικό κλανίδι μέντας που λάβαινε χώρα. Τότε, εμφανίστηκαν στη σκηνή τρία άρματα Αχαιών, με τα λαχανιασμένα άλογά τους να μην έχουν καταφέρει να προλάβουν τον πολέμαρχο Αχιλλέα. Τα δύο κουβαλούσαν δύο τεράστια ομοιώματα ανδρικών φαλλών, συμβολικά για το μέλλον του Έκτορα. Από το τρίτο κατέβηκε ένας γέρος Μυρμιδόνας και στάθηκε δίπλα στον Αχιλλέα με γραφειοκρατικό βλέμμα, έναν Αχιλλέα που ήδη άφριζε το στόμα του από τη μανία. Ο Έκτορας για κάποιο λόγο σκεφτόταν την (από τρίτο χέρι) πανοπλία του. Πάνω από τα τείχη κάποιοι νεαροί πετούσαν λάχανα.
Ο Αχιλλέας άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, μα τα λόγια του τα έπνιγαν μαύρη χολή και άσπροι αφροί. Ο γέρος Μυρμιδόνας έκανε ένα βήμα μπροστά κι άρχισε να λέει περίπου τέτοια.
«Θα σου τα μεταφράσω εγώ, όσα ο αφέντης λέγει. Πως θα σου σκίσει το κωλί, θα σε γαμήσει είπε, κι η σούφρα σου σαν πέλαγος διαστολή θα έχει. Κι έπειτα με το δόρυ του μια τρύπα θα σου κάνει, στου κεφαλιού την κορυφή, κι εκεί θα σου τον ρίξει, κι από τα φλόκια τα παχιά, άσπρος ο εγκέφαλός σου. Τόσο είναι το μένος του, τόση και η οργή του, χάρηκα που σε γνώρισα, του μοσχοαναθρεμένου».
Ο Έκτωρ τα χρειάστηκε, και πανικός του ήρθε, ήξερε πως από αυτού του Αχαιού τα χέρια, δεν τηνε γλίτωνε κανείς, δεν έπαιρνε ομήρους, κι ας είχαν πλούτη ικανά και μπάρμπα στην Κορώνη. Να τρέξει βρήκε λογικό, κι αμέσως πήρε φόρα, κι έτρεξε σαν τον άνεμο, μα ο Αχιλλεύς ξωπίσω. Και τρεις φορές θα πήγανε την Τροία γύρω-γύρω, μα ξάφνου ο Έκτωρ σκέφτεται, ντάξει ρε, δε γαμνιέται, θα κάτσω για να πλακωθώ, κι ίσως και τη γλιτώσω. Και ξάφνου κοντοστέκεται, και παίρνει τ’ άρματά του, και μ’ όλον του τον επισμό στον άλλον επετέθη. Κι ίσως να τον πετύχαινε, κάπου να τον λαβώσει, αν ξάφνου δεν έπεφτε πάνω του ένα πιάνο με ουρά.
Tune in
-
Χρόνος: 6/12/09
Τόπος: 6/12/09
Soundtrack: There is a light that never goes out, The Smiths
http://www.youtube.com/watch?v=DRtW1MAZ32M
Πόλη μου, τι...
Πριν από 5 ημέρες

0 σχόλια:
Ανάρτηση Σχολίου