Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Επισκεψη σε φιλικο ζευγαρι

Η ώρα δείχνει τρεις το πρωί και ανάβω τσιγάρο. Γέρνω πίσω στον ακριβό καναπέ του, στον οποίο κάθομαι. Είναι από τις λίγες φορές που το απολαμβάνω τόσο πολύ. Η απόλαυση βέβαια θα ήταν απείρως μεγαλύτερη αν ήταν άφιλτρο, κι όχι αυτή η λάιτ μαλακία που βρήκα στην τσέπη του. Τώρα δεν παραπονιέται το τσουτσέκι, ενώ πριν έβριζε και πάλευε (όλο και λιγότερο βέβαια) καθώς του άνοιγα το κεφάλι με το σιδερένιο τασάκι του. Και δεν έχω που να ρίξω και τη στάχτη τώρα… Φάνηκε από την αρχή πόσο μαλάκας ήταν. Τον είχα ακολουθήσει από το μπαρ, όπου είχαμε πιάσει κουβέντα. Δε μου άνοιγε την πόρτα, έπρεπε να μπω στην όλο και πιο βαρετή διαδικασία να την σπάσω. Δεν ήταν και καμμιά ασφαλείας, πράγμα που βοήθησε την κατάσταση. Δε τον καταλαβαίνω αυτόν τον άνθρωπο. Πρώτα δε μου ανοίγει, μετά μου επιτίθεται, μετά όμως δε λέει κουβέντα ενώ εγώ βιάζω τη γυναίκα του. Ε βέβαια, πού να πει ο μαλάκας, αφού ήταν λιπόθυμος.

Οκτώ λεπτά έχουν περάσει από την αρχή του κειμένου και το τσιγάρο μου τελείωσε. Το σβήνω στον ακριβό καναπέ του στον οποίο κάθομαι. Ωραίος καναπές… Α, να, σηκώθηκε η γυναίκα του. Κοίτα ρε μια πατσαβούρα. Πώς την παντρεύτηκε; Αντιλαμβάνεται την παρουσία μου στον χώρο και την πιάνουν χειρότερα κλάματα. Ρε τι σπασαρχίδω είναι αυτή… κοίτα που προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο από τη συσκευή που πριν λίγο έσπασα! Έχει πλάκα η γκόμενα.

Αποφασίζω να ερευνήσω την κάβα τους. Βρίσκω ένα φτηνό ουίσκι –χάθηκε το τζακ;- σχεδόν γεμάτο. Είναι και ξενέρωτοι. Θα το κράταγαν φαίνεται για τα Χριστούγεννα. Με κερνάω μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και πετάω το μπουκάλι στο κεφάλι της γκόμενας. Πολύ πλάκα τελικά αυτή η γυναίκα. Κάνω μια εξερεύνηση στην κουζίνα τους, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Μιας και είμαι εκεί, ανάβω το γκαζάκι. Βρίσκω κι ένα οινόπνευμα, το αδειάζω στο σαλόνι. Παίρνω άλλη μια λάιτ μαλακία από το πακέτο αυτού του σούργελου που μένει εδώ. Ανάβω τον Ζίππο του, ανάβω και το τσιγάρο, και ρίχνω τον αναπτήρα στο χαλί. Ωραίο χαλί… ties the room together… είναι ώρα να φεύγω, δεν είμαι και κανένας μαλάκας μαζοχιστής.

Μα να με πει εμένα στενόμυαλο ο μαλάκας!

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Μια χαρούμενη μερα στο στρουμφοχωριο


Η Στρουμφίτα έτρεξε προς το μέρος του Παπα-Στρουμφ, που μόλις έβγαινε από το μανιταρόσπιτό του.
-Παπα-Στρουμφ έχω πολύ δυσάρεστα νέα! Ο Δρακουμέλ κατάφερε να καταπνίξει την εξέγερση της Ψιψινέλ, που είχε συμμαχήσει με τον Μαύρο Πητ, και τώρα ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια γιγάντια επίθεση στο στρουμφοχωριό με την βοήθεια των Θάντερκατς, που έμαθαν από τον Αστερίξ ότι τα Στρουμφ είναι το βασικό συστατικό του μαγικού ζωμού. Κι αυτό δεν είναι τίποτα! Ο Λιχούδης κι ο Προκόπης ξεσήκωσαν τα μισά Στρουμφάκια και μετανάστευσαν στο απέναντι δάσος, αφού με τη βοήθεια της Κακιάς Μάγισσας κατατρόπωσαν τη Χιονάτη και τους εφτά (7) νάνους που ισχυρίζονταν ότι έχουν δικαιώματα πάνω στο δάσος αυτό, αφού είναι το σπίτι τους. Τώρα ετοιμάζουν το ιδεολογικό υπόβαθρο για την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας των Στρουμφ, και μετά από αυτό θα κηρύξουν εναντίον μας ιερό πόλεμο (με τη βοήθεια της κακιάς μάγισσας πάντα) για να μας υποτάξουν ή να μας σφαγιάσουν. Και δεν τελειώνει εδώ: ο βασικός μας χρηματοδότης, ο Σκρούτζ Μακ Ντακ έστειλε για κλητήρα του τον Ντόναλντ που ανάγγειλε ότι μας κόβει την πίστωση, κι όπως καταλαβαίνεις ο φράχτης στο ποτάμι θα μείνει γιαπί. Επιπλέον, απ’ όταν έφυγε ο Λιχούδης δεν έχουμε να φάμε και 15 στρουμφάκια πέθαναν ήδη από την πείνα, και άλλα 3 αλληλοσκοτώθηκαν για ένα στρουμφόμουρο. Ο Μελένιος επίσης προβληματίζει με τη συμπεριφορά του, αφού από όταν έφυγε ο Προκόπης όλο κλαίει και τον φωνάζει να γυρίσει πίσω. Το συμπέρασμά μου είναι ότι την έχουμε στρουμφίσει! Κατά τα άλλα καλά.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Ξεφτέρης:
-Συναγερμός, Συναγερμός! Τα χουντοκουμμουνιστικά Στρουμφοπόκεμον με επί κεφαλής τον Στρουμφοπίκατσου κάνουν στρουμφοεισβολή στη νότια πύλη του Στρουμφοχωριού! Ήδη βομβαρδίζουν το στρουμφόσπιτο της Στρουμφίτας!
Η Στρουμφίτα κάτω από την πίεση των γεγονότων λιποθύμησε. Ο Παπα-Στρουμφ όμως είχε εκπαιδευτεί στην αντιμετώπιση κρίσεων από το γερμανικό στρατό. Έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε (μια αθλητική τσάντα ώμου με τα αρχικά SB) ένα μικροσκοπικό μπαζούκας που ξαφνικά έγινε διπλάσιο από το μπόι του, και το έδωσε στο Ξεφτέρη.
-Πάρε αυτό, είπε, και ξέκανε ό,τι κινείται έξω από τα όρια του στρουμφοχωριού. Εν τω μεταξύ εγώ θα καλέσω τους νέους μας σύμμαχους: ο Σπάιντερμαν, ο Χουλκ, ο Ιντιάνα Τζόουνς, οι Πάουερ Ρέιντζερς και το Μικρό μου Πόνυ είναι μερικοί από αυτούς απάντησαν στην έκκλησή μου για βοήθεια. Οι Τρανσφόρμερς δεν απάντησαν, γιατί έχουν προβλήματα με τους Ντισέπτικονς (που τελευταία έχουν επιδοθεί σε μαύρη μαγεία και σε επίκληση του Κθούλου), ενώ ο Κόναν ο Βάρβαρος μόλις διάβασε (;) το γράμμα μου αποφάσισε να βοηθήσει το Δρακουμέλ. Κι αν όλοι αυτοί δεν αποδώσουν, η Εξωγαλαξιακή Αυτοκρατορία περιμένει για ενίσχυση.
Και τότε ξέσπασε μια μάχη που δεν είχε προηγούμενο. Τα ηρωικά στρουμφάκια με τους συμμάχους τους είχαν να αντιμετωπίσουν την ανίερη συμμαχία Δρακουμέλ- Λ.Δ.Σ.- Στρουμφοπόκεμον. Το αποτέλεσμα ήταν αμφίβολο καθώς οι δύο παρατάξεις ήταν ισοδύναμες. Ο Κόναν έδινε ρεσιτάλ αιματοχυσίας (σκότωσε τουλάχιστον δέκα ντουζίνες Στρουμφ), ενώ από τη πλευρά των διαπραγματεύσεων ο Ιζνογκούντ προσπαθούσε να συμβιβάσει τις δυο πλευρές, για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα στο δάσος. Τελικά ήρθε ο Μπάτμαν και τους γάμησε όλους.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Τρωικός κύκλος: Έκτορας

Όταν ο Έκτορας ανάκτησε τις αισθήσεις του, συνειδητοποίησε με θολό το τραχύ του μάτι ότι βρισκόταν έξω από τις δοξασμένες πύλες της Τροίας, πάνοπλος, αρματωμένος, με το δρύινό του δόρυ στο χέρι. Έτριψε το χαρακωμένο από τις μάχες πρόσωπό του για να συνέλθει, και αργά στάθηκε στα πόδια του, ρίχνοντας κατάρες στην πανοπλία που τον βάραινε. Τότε άρχισε να ξεχωρίζει τι ήταν αυτή η βοή που ενοχλούσε τα ικανά αφτιά του. Εκατοντάδες κόσμου είχαν μαζευτεί πάνω στα τείχη της πύλης της απόρθητης, κι άλλοι τον ζητωκραύγαζαν, άλλοι τον έδειχναν, και από άλλων το δάκρυ μαύρο ποτάμι έτρεχε.

Τι σύμβαινε;

Πρώτη τη φωνή του αδερφού του άκουσε, του Πάρη, που τον εμψύχωνε για μάχη, πολύ κρασί τού έταζε και γυναικών αγκάλες, κι η βροντερή φωνή του σιγανή έμοιαζε απ’ το λαό που επευφημούσε, σύμφωνο με του αδερφού τη γνώμη. Μα γρήγορα ησύχασαν όλοι, όταν το λόγο πήρε, ο Πρίαμος ο ένδοξος, της Τροίας ο πρωτάρχης.

«Αν έχεις λίγη λογική, πρίγκιπα και υιέ μου, άσε τη μάχη κι έλα μου στο κάστρο μέσα πάλι, γιατί ‘ναι η μάχη άνιση και νίκη σου δε βλέπω. Άστο καλύτερα μωρέ, κι αύριο μέρα είναι, να πολεμάμε Αχαιούς, το αίμα τους να ρέει. Όσο πενήντα Έλληνες είν’ η δική σου αξία, μα αυτόν εδώ που έρχεται, μην έχεις αυταπάτες, δεν τονε πιάνεις πουθενά, στη μάχη ή στη σπίντα. Είναι οι πιθανότητες τριάντα αυτός, συ ένα, κι εγώ να ξέρεις έβαλα σε ‘κείνον τα λεφτά μου».

Του την είχαν στήσει. Κάποιος του είχε βάλει κάτι στο ποτό του, και τον άφησαν αφύλαχτο να συναντήσει τη μοίρα του. Μια φωνή στα τείχη διαλαλούσε ότι πρόσφερε φιστίκια και παστέλια σε καλή τιμή.

Δυο ώρες πέρασαν και τίποτε δεν είχε συμβεί. Ο Έκτορας έτρωγε ένα κοτόπουλο που του είχαν κατεβάσει με καλαθάκι. Εκείνη την ώρα, ξαφνικά, η οχλοβοή δυνάμωσε. Ο Έκτορας θορυβήθηκε και σηκώθηκε, δείχνοντας το επικό του μπόι. Κοίταξε τον ορίζοντα, τίποτε δεν εφάνη, παρά μια σκόνη θεόπηχτη σ’ ένα σημείο μόνο. Μέχρι να καταλάβει τι την ξεσήκωνε, είδε μπροστά του να στυλώνεται, άντρας θεριό, ακίνητος, μ’ αγριεμένο βλέμμα. Φορούσε Αχαιών ρούχα στρατιωτικά, κι από πάνω πανοπλία που όμοιά της δεν είχε δει στα 20.000 στάδια του πάνω κόσμου. Έλαμπε σαν τη ματιά της Ελένης σε πλήρη οργασμό, κι ανάγλυφο πάνω της αναπαρίστατο η Λερναία Ύδρα, καμωμένη όμως έτσι, που ένας σύγχρονός μας παρατηρητής θα την μπέρδευε με τον Κθούλου. Κράδαινε δόρυ στο δεξί και σπάθα στο θηκάρι, που πρέπει να έκανε ζημιά τουλάχιστον 3d12+5. Πολύ δηλαδή.

Το βλέμμα του Αχιλλέα πέταγε σπίθες. Ο δε Έκτορας έμενε ευθυτενής, χωρίς να αφήνει τίποτα να προδώσει το επικό κλανίδι μέντας που λάβαινε χώρα. Τότε, εμφανίστηκαν στη σκηνή τρία άρματα Αχαιών, με τα λαχανιασμένα άλογά τους να μην έχουν καταφέρει να προλάβουν τον πολέμαρχο Αχιλλέα. Τα δύο κουβαλούσαν δύο τεράστια ομοιώματα ανδρικών φαλλών, συμβολικά για το μέλλον του Έκτορα. Από το τρίτο κατέβηκε ένας γέρος Μυρμιδόνας και στάθηκε δίπλα στον Αχιλλέα με γραφειοκρατικό βλέμμα, έναν Αχιλλέα που ήδη άφριζε το στόμα του από τη μανία. Ο Έκτορας για κάποιο λόγο σκεφτόταν την (από τρίτο χέρι) πανοπλία του. Πάνω από τα τείχη κάποιοι νεαροί πετούσαν λάχανα.

Ο Αχιλλέας άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, μα τα λόγια του τα έπνιγαν μαύρη χολή και άσπροι αφροί. Ο γέρος Μυρμιδόνας έκανε ένα βήμα μπροστά κι άρχισε να λέει περίπου τέτοια.

«Θα σου τα μεταφράσω εγώ, όσα ο αφέντης λέγει. Πως θα σου σκίσει το κωλί, θα σε γαμήσει είπε, κι η σούφρα σου σαν πέλαγος διαστολή θα έχει. Κι έπειτα με το δόρυ του μια τρύπα θα σου κάνει, στου κεφαλιού την κορυφή, κι εκεί θα σου τον ρίξει, κι από τα φλόκια τα παχιά, άσπρος ο εγκέφαλός σου. Τόσο είναι το μένος του, τόση και η οργή του, χάρηκα που σε γνώρισα, του μοσχοαναθρεμένου».

Ο Έκτωρ τα χρειάστηκε, και πανικός του ήρθε, ήξερε πως από αυτού του Αχαιού τα χέρια, δεν τηνε γλίτωνε κανείς, δεν έπαιρνε ομήρους, κι ας είχαν πλούτη ικανά και μπάρμπα στην Κορώνη. Να τρέξει βρήκε λογικό, κι αμέσως πήρε φόρα, κι έτρεξε σαν τον άνεμο, μα ο Αχιλλεύς ξωπίσω. Και τρεις φορές θα πήγανε την Τροία γύρω-γύρω, μα ξάφνου ο Έκτωρ σκέφτεται, ντάξει ρε, δε γαμνιέται, θα κάτσω για να πλακωθώ, κι ίσως και τη γλιτώσω. Και ξάφνου κοντοστέκεται, και παίρνει τ’ άρματά του, και μ’ όλον του τον επισμό στον άλλον επετέθη. Κι ίσως να τον πετύχαινε, κάπου να τον λαβώσει, αν ξάφνου δεν έπεφτε πάνω του ένα πιάνο με ουρά.