Τετάρτη, 01 Απριλίου 2009

God damn it! II

…Δύο χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχα μπει στο νοσοκομείο, λόγω της κατάρας των μασκών. Το καινούργιο μου σπίτι ήταν μια κακοδιατηρημένη αποθηκούλα με όλα τα υδραυλικά καταστραμμένα. Η δουλειά μου ήταν η πιο σκατένια που θα μπορούσε να μου τύχει: καθάριζα τις τουαλέτες στο γήπεδο του Πανιωνίου. Η όψη μου είχε παραμορφωθεί από τις κακουχίες και όχι γυναίκα δε με πλησίαζε, αλλά ούτε και γουρούνι. Επίσης μύριζα σαν γουρούνι, όσο μπάνιο κι αν έκανα. Ήταν φανερό: η κατάρα ακόμα με ακολουθούσε.

Αποφάσισα μια νύχτα που με πήρε τηλέφωνο μια συμφοιτήτριά μου από τη φιλοσοφική για να κομπάσει πόσο επιτυχημένη πεντικιουρίστας-ψυχολόγος είναι, να κάνω κάτι για τον πάτο που είχα φτάσει. Δύο πράγματα λοιπόν έκανα. Έπαιξα ένα προ-πο, γιατί στην ελάχιστη περίπτωση που έπιανα το δεκατριάρι τα λεφτά αυτομάτως θα σήμαιναν και ξεμπέρδεμα. Το βασικότερο όμως ήταν που επισκέφτηκα έναν καταυλισμό τσιγγάνων. Εκεί βρήκα μια γριά τσιγγάνα που είχα ακούσει ότι θα ήξερε πώς να διώξει τα μάγια.

«Ο μόνος τρόπος να λυτρωθείς», είπε μέσα από δόντια που το καθ’ ένα είχε άλλο χρώμα, κίτρινα, μαύρα, χρυσά, «είναι κάθε μια από τις μάσκες να τις χαρίσεις, για να φύγει από εσένα η κατάρα και να πάει σε άλλον. Την πρώτη δε μάσκα που πήρες, πρέπει να την δώσεις τελευταία, σε σερνικό που έχει θηλύκια γάτα». Αυτά είπε, και μετά έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έγραψα σε ένα χαρτί το τηλέφωνό μου και το έβαλα στο χέρι της, μήπως χρειαζόταν.

Βγαίνοντας από τον καταυλισμό συνάντησα κάτι αναπάντεχο. Ένας ξυπόλητος κινέζος κυλιόταν στην άσφαλτο και σφάδαζε. Έτρεξα για βοήθεια. Ο κινέζος μετά από ερώτησή μου μου εξήγησε ότι πονούσε γιατί είχε πατήσει ένα αγκάθι, το οποίο δε μπορούσε να βγάλει. Προθυμοποιήθηκα να τον βοηθήσω, του έβγαλα το αγκάθι, και η κατάληξη ήταν κάπως αναμενόμενη. «Είμαι ο Τσάκι Τσαν», είπε, και όντως αυτός πρέπει να ήταν, «και σου είμαι αιώνια ευγνώμων. Πάρε αυτή τη σφυρίχτρα και όποτε με χρειαστείς, εγώ θα έρθω αμέσως». Κι έφυγε.

Το να μοιράζω καταραμένες μάσκες αποδείχτηκε για μένα μια πολύ ευχάριστη διαδικασία. Ευτυχώς δεν τις είχα πετάξει, ήταν σε ένα τεράστιο χαρτόκουτο στο υπόγειο. Την πρώτη την έδωσα στην πεντικιουρίστρια-ψυχολόγο, με πολλή αγάπη. Τις υπόλοιπες τις μοίρασα σε ό,τι πρώην φίλους είχα. Στην τελευταία δε, αντιμετώπισα ένα μικρό πρόβλημα. Έπρεπε να επιστρατέψω τη σχεδόν καταστραμμένη μνήμη μου, μήπως βρω οποιονδήποτε φιλόζωο γνωστό μου. Τελικά, έπειτα από δίωρο σκάνιγκ βρήκα ένα συμμαθητή μου από το νηπιαγωγείο, το Μιχαλάκη, παθιασμένο με τις γάτες.

Χτύπησα το κουδούνι του Μιχαλάκη το ίδιο βράδυ. Μου άνοιξε κρατώντας αγκαλιά ένα μαύρο γάτο. «Γεια, του είπα, με θυμάσαι; Παίζαμε σφαλιάρες στο νηπιαγωγείο και μου έτρωγες το κολατσό μου! Καλά;» Δεν απάντησε. Μόνο γύρισε και κάθησε στον καναπέ. Όταν μίλησε τελικά έπειτα από 30 σουρεαλιστικά λεπτά, είπε «Δεν είχα ποτέ γκόμενα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω γιατί. Αυτή η γάτα είναι μετενσάρκωση ανθρώπινης ψυχής. Της ψυχής που είναι ο μοναδικός μου έρωτας και από αδικία της μοίρας έζησε σε αλλοτινή εποχή. Θα παντρευτούμε τον επόμενο μήνα». «Μμμ, ναι. Κοίτα, Μιχαλάκη, σου έφερα δώρο αυτή τη μάσκα και…». Δύο πράγματα σύμβηκαν τότε, μαζί. Πρώτον, ο Μιχαλάκης άρπαξε την αφρικανική μάσκα και άρχισε να επαναλαμβάνει λιτανικά «Γαμώ! Γουστάρω τις μάσκες! Γαμώ! Γουστάρω τις μάσκες!». Δεύτερον, από το ραδιόφωνο που έπαιζε τόσην ώρα ακούστηκαν τα αποτελέσματα του προ-πο. Ήμουν πλούσιος.

Συνέβη όμως και τρίτο συνεχόμενο αναπάντεχο. Χτύπησε το τηλέφωνό μου, το σηκώνω, είναι η τσιγγάνα, που λέει έξαλλη: «Θεέ μου, ξέχασα να σου πω! Μεγάλος κίνδυνος! Μη δώσεις την τελευταία μάσκα σε συμμαθητή σου από το νηπιαγωγείο σε νύχτα με πανσέληνο! Θάνατ…» και λιποθύμησε. Χέσε μας γριέγκω, σκέφτηκα, είμαι πλούσιος. Τότε όμως είδα να ξεπροβάλλει από το παράθυρο το ολόγιομο φεγγάρι. Είδα τη μαύρη γάτα να τρέχει προς τη μάσκα, να τη φοράει, και να χάνεται σε μια λάμψη. Στη θέση της εμφανίστηκε νεκραναστημένος ο Μπρους Λη, ο οποίος μάλιστα με κοιτούσε απειλητικά. Εγώ τρομοκρατήθηκα, ο Μιχαλάκης έμπηξε τα κλάματα συνειδητοποιώντας με ποιον ήταν ερωτευμένος. Μηχανικά φύσηξα στη σφυρίχτρα που κρεμόταν από το λαιμό μου. Ο Τσάκι Τσαν εμφανίστηκε αμέσως για να σώσει την κατάσταση. Βρήκα κάτι ποπ-κορν στο ψυγείο. Η τύχη μου πραγματικά είχε αλλάξει. Θα παρακολουθούσα την ιστορικότερη μάχη πολεμικών τεχνών, ζωντανά.