<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><rss xmlns:atom='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' version='2.0'><channel><atom:id>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536</atom:id><lastBuildDate>Tue, 13 Oct 2009 21:30:38 +0000</lastBuildDate><title>Johnny plunders</title><description></description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/</link><managingEditor>pattakos@gmail.com (konstantinos)</managingEditor><generator>Blogger</generator><openSearch:totalResults>10</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>25</openSearch:itemsPerPage><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-8629725312922024040</guid><pubDate>Sun, 14 Jun 2009 16:46:00 +0000</pubDate><atom:updated>2009-06-14T19:57:10.025+03:00</atom:updated><title>Αντριάνα</title><description>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUqh4aR9yI/AAAAAAAAAEA/fGuK-L4wlNE/s1600-h/%272%27.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 145px; height: 200px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUqh4aR9yI/AAAAAAAAAEA/fGuK-L4wlNE/s200/%272%27.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5347226894138996514" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Μισώ το πρωινό ξύπνημα. Κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας της ίδιας του της φύσης, ότι είναι πρωί και πρέπει δηλαδή αυτό κάτι να σημαίνει. Πρέπει σώνει και καλά να ξυπνήσω, να αντιμετωπίσω άλλη μια μέρα, άλλη μια συνέχεια ηλίθιων συναναστροφών και εκνευριστικών γεγονότων, που με μαθηματική ακρίβεια με οδηγούν όλο και πιο νωρίς μέσα στη μέρα στο να θέλω να καταφύγω σε υπνηρό άσυλο.&lt;br /&gt; Φυσικά όλος ο κόσμος σκέφτεται έτσι, αν δεχτεί κανείς ότι όλοι λίγο πολύ από το ίδιο καλούπι βγαίνουμε και ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, οπότε μαζεύω το κουράγιο μου και για άλλη μια φορά έχω σηκωθεί από το κρεβάτι που για αρκετές ώρες ένιωθα σαν επέκταση του παράλογου ονειρικού λογισμού μου. Μιλώντας όμως για όνειρα, στο νου μου επανέρχονται οι εικόνες που έβλεπαν τα μάτια μου πριν τα ανοίξω. Πρέπει να τρέξω να τις εξιστορήσω στην Αντριάνα. Να και κάτι ευχάριστο. Η Αντριάνα είναι φίλη μου και πάντα προσφέρεται να ακούσει τα όνειρά μου. Κι εγώ από την άλλη ευχαριστιέμαι πολύ να τα λέω. Πρόκειται μάλλον για την πιο ευχάριστη στιγμή της ημέρας, και, τώρα που το σκέφτομαι, όντως ναι, συμβαίνει κάθε μέρα να συζητάμε για ‘προεγερτικές εμπειρίες’. Κάνω να βγω από το δωμάτιο. Ανοίγοντας όμως την πόρτα αντικρύζω την κυρία Χερτζ, τη γερμανίδα, που ετοιμαζόταν να μπει. Με ρωτά πού πηγαίνω έτσι βιαστικά και αν ξέχασα κάτι. Δεν της απαντάω, αλλά σκέφτομαι ότι όντως ξέχασα κάτι και, κι έτσι οι άμυνές μου μειώνονται καθώς η άσχημη κυρία Χερτζ μου χώνει κάτι στο στόμα και με αναγκάζει έπειτα να το καταπιώ με τη βοήθεια ενός ποτηριού με νερό. Είναι μια χαρακτηριστική στιγμή της ημέρας που αναρωτιέσαι γιατί ξύπνησες.&lt;br /&gt; Έπειτα φεύγει. Ξεκινώ λοιπόν κι εγώ για την Αντριάνα, με βραδύτερους όμως ρυθμούς από αυτούς που είχα πριν πρόθεση. Βγαίνω από το δωμάτιό μου και μπαίνω στην εκνευριστική διαδικασία να διασχίσω το συνωστισμένο διάδρομο. Συνηθίζω όταν περνώ από το διάδρομο να έχω μόνιμα στραμμένο το βλέμμα μου προς τα αριστερά, όπου μια σειρά από παράθυρα φανερώνει την όμορφη θέα της αυλής, κατάσπαρτης από λουλούδια και θάμνους, καθώς και το δάσος πέρα από αυτήν. Η μοίρα όμως το φέρνει να αποφασίσω σήμερα να εξετάσω τον ίδιο το διάδρομο. Στο βαμμένο λευκό τοίχο στα δεξιά βλέπω μια αλληλουχία από πόρτες, που η καθεμιά έχει κι από ένα παραθυράκι. Καμιά φορά από εκεί ξεπροβάλλει κι ένα πρόσωπο, με χαρακτηριστικό μορφασμό το καθένα, άλλοτε τρόμου, άλλοτε αποχαύνωσης, άλλοτε απορίας. Κι ο ίδιος ο διάδρομος είναι γεμάτος από ανθρώπους, γεγονός που πρέπει να υποφέρω. Άλλοι κάθονται ακίνητοι σε μια καρέκλα, άλλοι ξαπλώνουν χάμω, άλλοι περπατάνε εξοργιστικά αργά. Κατά καιρούς ο καθένας τους πετάει και καμιά κουβέντα. Νομίζω, δε νομίζω, είμαι σίγουρος, ότι αυτοί όλοι μαζί έχουν κοινό κώδικα να συνεννοούνται με ελάχιστο κόπο, και δε μου τον λένε τα καθίκια, όσο έντονα κι αν τους ρώτησα μερικές φορές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUq3XPK-LI/AAAAAAAAAEI/AYC-6yFL0Lg/s1600-h/%275%27.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 144px; height: 200px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUq3XPK-LI/AAAAAAAAAEI/AYC-6yFL0Lg/s200/%275%27.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5347227263191152818" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Επιτέλους φτάνω στο δωμάτιο της Αντριάνας. Το σκηνικό είναι τόσο γνώριμο, που με έκανε να αναρωτιέμαι αν το ζω, ή αν το θυμάμαι από μια άλλη μέρα. Εκείνη κάθεται στην καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι, σχεδιάζοντας κάτι σε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της είναι λυτά και την ενοχλούν καμμιά φορά, μέχρι να τα παραμερίσει με χάρη. Θέλω να της μιλήσω, διστάζω όμως, δε θέλω να την ενοχλήσω από αυτό που κάνει. Κάθομαι δίπλα της και περιεργάζομαι το σκίτσο. Αν προσπαθούσα να το περιγράψω η πιο αρμοστή λέξη θα ήταν ‘μουτζούρα’, με κάτι παράξενα σε διάφορα σημεία να είναι το μόνο κομμάτι που καταλαβαίνω. Είμαι σίγουρος ότι τα σκίτσα της έχουν αξία που το δικό μου αισθητήριο δε μπορεί να πιάσει, γι’ αυτό και ποτέ δεν τη διακόπτω.&lt;br /&gt; Έτσι αμίλητους μας βλέπουν οι ώρες, καθώς περνάνε η μια μετά την άλλη. Το παράθυρο είναι έτοιμο να προσφέρει και το τελευταίο φως του, όταν η Αντριάνα τραβά με δύναμη την τελική γραμμή στο χαρτί, το κοιτάζει για λίγο, κι ύστερα το αφήνει στην άκρη. Έπειτα το βλέμμα της επεξεργάζεται κάτι στον ολόλευκο τοίχο απέναντι. Ίσως σκέφτεται πόσο άσπρος είναι. Αποφασίζω ότι είναι ώρα να της μιλήσω. &lt;br /&gt; «Αντριάνα… είδα πάλι παράξενο όνειρο, και ξέρω ότι σου αρέσει να σου περιγράφω τα όνειρά μου, αν θέλεις σου το λέω κι αυτό».&lt;br /&gt; Δε γύρισε το βλέμμα της. Είναι η καλύτερη ακροάτρια που γνώρισα ποτέ.&lt;br /&gt; «Βρισκόμουν σε ένα σπήλαιο, τεράστιο. Είχε κυκλικό σχήμα. Τα τοιχώματα ήταν σχεδόν λεία και ήταν ενιαία με το ταβάνι, δημιουργούσαν δηλαδή έναν τεράστιο πέτρινο θόλο. Το χρώμα της πέτρας ήταν κάτι ανάμεσα σε πράσινο, καφέ και γκρι, θύμιζε τον τρόπο που βλέπεις οποιαδήποτε απόχρωση λίγο πριν αποβάλεις από το στόμα πράγματα που ενοχλούν το στομάχι σου. Είσοδος στη σπηλιά δε φαινόταν να υπάρχει. Κι εγώ καθόμουν ακριβώς στη μέση αυτής της φυσικής αίθουσας. Τότε ήρθες εσύ, Αντριάνα, εμφανίστηκες από το σκοτάδι και με πλησίασες, φορώντας ένα μαύρο μανδύα που κάλυπτε όλο το σώμα σου. κοιταχτήκαμε για αρκετή ώρα, κι έπειτα αφαίρεσες τα ρούχα σου και τα δικά μου και κάναμε έρωτα. Για κάποιο λόγο φοβόμουν. Τότε έγινε κάτι παράξενο. Πρόσεξα για πρώτη φορά ότι στην κορυφή του πέτρινου θόλου υπήρχε μια τρύπα, στην οποία εμφανίστηκε ένας κόκκινος ήλιος, ρίχνοντας όλο το ιλαρό φως του στην σπηλιά. Χιλιάδες μωρά εμφανίστηκαν κι άρχισαν να μπουσουλάνε προς το μέρος μας. Το φως έδειχνε ότι δεν ήταν φυσιολογικά. Το δέρμα τους ήταν καμένο και άρρωστο, και τα πρόσωπά τους ήταν παραμορφωμένα. Τρόμος με κατάλαβε και ήθελα να ξεφύγω από την ερωτική σου λαβή, μα δεν μπορούσα. Τότε το βλέμμα μου καρφώθηκε σε ένα σημείο της αίθουσας που δεν είχα προσέξει: ένας τεράστιος πέτρινος θρόνος βρισκόταν στο απέναντι μέρος του τοίχου, άδειος και επιβλητικός. Πανικοβλήθηκα και ξύπνησα. Αυτό έγινε αργά το βράδυ. Αφ’ ότου ξανακοιμήθηκα δεν είδα άλλο όνειρο».&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUrBwDYqPI/AAAAAAAAAEQ/l9Q1hrJicD0/s1600-h/%276%27.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 144px; height: 200px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUrBwDYqPI/AAAAAAAAAEQ/l9Q1hrJicD0/s200/%276%27.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5347227441651296498" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Η Αντριάνα κοιτάζει όλη αυτήν την ώρα τον τοίχο. Κι εγώ τώρα κάθομαι και κοιτάζω την Αντριάνα, ανέκφραστος. Περιμένω κάτι να πει, κάτι να σχολιάσει, κάπως να αντιδράσει έστω και στο ελάχιστο σε όσα της είπα. Καθώς την παρατηρώ, συνειδητοποιώ μια έκφραση φόβου στο απλανές της βλέμμα. Τι μπορεί να την τρομάζει; Μήπως εγώ; Αλλά, όση ώρα είμαι μαζί της, τώρα που το σκέφτομαι, δεν με έχει κοιτάξει ούτε μια φορά, λες και το έκανε επίτηδες. Όχι, όχι εγώ. Θέλω να της μιλήσω, να της πω τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά που είδα, τι συναισθήματα μου έχουν αποκαλυφθεί για εκείνη και από άλλα όνειρα. Πάω να της πιάσω το χέρι, να νιώσει την παρουσία μου λίγο πιο έντονη. Αλλά εκείνη τραβιέται, λες και το χέρι μου είναι πυρωμένο. Θυμώνω λίγο. Όχι, θυμώνω πολύ. Ακούω πάλι εκείνες τις φωνές, εκείνες που πρωτοάκουσα λίγο πριν έρθω σε αυτό το μέρος, πριν ένα χρόνο. Με θολωμένο μάτι κάνω να κοιτάξω το λευκό τοίχο, να δω επιτέλους τι κοιτάζει. Και τότε, όχι βλέπω, αισθάνομαι την παρουσία ενός τρίτου προσώπου, ενός άντρα, να στέκει εκεί και να κοιτάζει την Αντριάνα με χαμόγελο αυτοπεποίθησης. Οι φωνές ουρλιάζουν στα αφτιά μου. Κάνω αυτό που μου φαίνεται πιο σωστό, σφίγγω τη γροθιά μου και χτυπάω την Αντριάνα. Εκείνη ουρλιάζει. Τη χτυπάω μέχρις ότου εκείνη πέσει κάτω και αφήσει να τρέξει αίμα από το στόμα της. Εκείνη την ώρα μπαίνει η κυρία Χερτζ μαζί με άλλους δύο λευκοντυμένους. Εκείνοι με κρατούν, ενώ η άσχημη γερμανίδα μου κάνει μια ένεση στο μπράτσο μονολογώντας κάτι σαν ‘πάλι σήμερα;’. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί, πάντως η ένεση μου διώχνει το θυμό και κάνει τις φωνές να ακούγονται πιο σιγανά. Για μια στιγμή μάλιστα, μόνο μια στιγμή, το φάρμακο με κάνει να δω το δωμάτιο εντελώς διαφορετικά, με κάτι ‘αληθινό’ όπως συμβαίνει καμμιά φορά, και βλέπω το χώρο να φιλοξενεί μόνο μια παρουσία, μια γυναίκα περασμένης ηλικίας, με αραιά άσπρα μαλλιά και αρκετές ρυτίδες, να ματώνει και να κλαίει στο πάτωμα. Το γέρικο σώμα της είναι γεμάτο από μώλωπες και ουλές, παλιές και καινούργιες. Οι λευκοντυμένοι με γυρνάνε στο δωμάτιό μου, με ξαπλώνουν στο κρεβάτι και μου δίνουν να καταπιώ διάφορα χάπια ακόμα. Έπειτα το φως κλείνει και μένω μόνος. Δε μπορώ να κάνω καμμία κίνηση.&lt;br /&gt; Μισώ τις ώρες που περιμένω πριν κοιμηθώ. Και εκνευρίζομαι όταν σκέφτομαι ότι, αφού κοιμηθώ, θα έρθει άλλο ένα μισητό ξύπνημα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-8629725312922024040?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2009/06/blog-post.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SjUqh4aR9yI/AAAAAAAAAEA/fGuK-L4wlNE/s72-c/%272%27.jpg' height='72' width='72'/><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>0</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-710816242075941184</guid><pubDate>Wed, 01 Apr 2009 03:09:00 +0000</pubDate><atom:updated>2009-04-01T06:10:00.905+03:00</atom:updated><title>God damn it! II</title><description>…Δύο χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχα μπει στο νοσοκομείο, λόγω της κατάρας των μασκών. Το καινούργιο μου σπίτι ήταν μια κακοδιατηρημένη αποθηκούλα με όλα τα υδραυλικά καταστραμμένα. Η δουλειά μου ήταν η πιο σκατένια που θα μπορούσε να μου τύχει: καθάριζα τις τουαλέτες στο γήπεδο του Πανιωνίου. Η όψη μου είχε παραμορφωθεί από τις κακουχίες και όχι γυναίκα δε με πλησίαζε, αλλά ούτε και γουρούνι. Επίσης μύριζα σαν γουρούνι, όσο μπάνιο κι αν έκανα. Ήταν φανερό: η κατάρα ακόμα με ακολουθούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποφάσισα μια νύχτα που με πήρε τηλέφωνο μια συμφοιτήτριά μου από τη φιλοσοφική για να κομπάσει πόσο επιτυχημένη πεντικιουρίστας-ψυχολόγος είναι, να κάνω κάτι για τον πάτο που είχα φτάσει. Δύο πράγματα λοιπόν έκανα. Έπαιξα ένα προ-πο, γιατί στην ελάχιστη περίπτωση που έπιανα το δεκατριάρι τα λεφτά αυτομάτως θα σήμαιναν και ξεμπέρδεμα. Το βασικότερο όμως ήταν που επισκέφτηκα έναν καταυλισμό τσιγγάνων. Εκεί βρήκα μια γριά τσιγγάνα που είχα ακούσει ότι θα ήξερε πώς να διώξει τα μάγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο μόνος τρόπος να λυτρωθείς», είπε μέσα από δόντια που το καθ’ ένα είχε άλλο χρώμα, κίτρινα, μαύρα, χρυσά, «είναι κάθε μια από τις μάσκες να τις χαρίσεις, για να φύγει από εσένα η κατάρα και να πάει σε άλλον. Την πρώτη δε μάσκα που πήρες, πρέπει να την δώσεις τελευταία, σε σερνικό που έχει θηλύκια γάτα». Αυτά είπε, και μετά έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έγραψα σε ένα χαρτί το τηλέφωνό μου και το έβαλα στο χέρι της, μήπως χρειαζόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγαίνοντας από τον καταυλισμό συνάντησα κάτι αναπάντεχο. Ένας ξυπόλητος κινέζος κυλιόταν στην άσφαλτο και σφάδαζε. Έτρεξα για βοήθεια. Ο κινέζος μετά από ερώτησή μου μου εξήγησε ότι πονούσε γιατί είχε πατήσει ένα αγκάθι, το οποίο δε μπορούσε να βγάλει. Προθυμοποιήθηκα να τον βοηθήσω, του έβγαλα το αγκάθι, και η κατάληξη ήταν κάπως αναμενόμενη. «Είμαι ο Τσάκι Τσαν», είπε, και όντως αυτός πρέπει να ήταν, «και σου είμαι αιώνια ευγνώμων. Πάρε αυτή τη σφυρίχτρα και όποτε με χρειαστείς, εγώ θα έρθω αμέσως». Κι έφυγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το να μοιράζω καταραμένες μάσκες αποδείχτηκε για μένα μια πολύ ευχάριστη διαδικασία. Ευτυχώς δεν τις είχα πετάξει, ήταν σε ένα τεράστιο χαρτόκουτο στο υπόγειο. Την πρώτη την έδωσα στην πεντικιουρίστρια-ψυχολόγο, με πολλή αγάπη. Τις υπόλοιπες τις μοίρασα σε ό,τι πρώην φίλους είχα. Στην τελευταία δε, αντιμετώπισα ένα μικρό πρόβλημα. Έπρεπε να επιστρατέψω τη σχεδόν καταστραμμένη μνήμη μου, μήπως βρω οποιονδήποτε φιλόζωο γνωστό μου. Τελικά, έπειτα από δίωρο σκάνιγκ βρήκα ένα συμμαθητή μου από το νηπιαγωγείο, το Μιχαλάκη, παθιασμένο με τις γάτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χτύπησα το κουδούνι του Μιχαλάκη το ίδιο βράδυ. Μου άνοιξε κρατώντας αγκαλιά ένα μαύρο γάτο. «Γεια, του είπα, με θυμάσαι; Παίζαμε σφαλιάρες στο νηπιαγωγείο και μου έτρωγες το κολατσό μου! Καλά;» Δεν απάντησε. Μόνο γύρισε και κάθησε στον καναπέ. Όταν μίλησε τελικά έπειτα από 30 σουρεαλιστικά λεπτά, είπε «Δεν είχα ποτέ γκόμενα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω γιατί. Αυτή η γάτα είναι μετενσάρκωση ανθρώπινης ψυχής. Της ψυχής που είναι ο μοναδικός μου έρωτας και από αδικία της μοίρας έζησε σε αλλοτινή εποχή. Θα παντρευτούμε τον επόμενο μήνα». «Μμμ, ναι. Κοίτα, Μιχαλάκη, σου έφερα δώρο αυτή τη μάσκα και…». Δύο πράγματα σύμβηκαν τότε, μαζί. Πρώτον, ο Μιχαλάκης άρπαξε την αφρικανική μάσκα και άρχισε να επαναλαμβάνει λιτανικά «Γαμώ! Γουστάρω τις μάσκες! Γαμώ! Γουστάρω τις μάσκες!». Δεύτερον, από το ραδιόφωνο που έπαιζε τόσην ώρα ακούστηκαν τα αποτελέσματα του προ-πο. Ήμουν πλούσιος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνέβη όμως και τρίτο συνεχόμενο αναπάντεχο. Χτύπησε το τηλέφωνό μου, το σηκώνω, είναι η τσιγγάνα, που λέει έξαλλη: «Θεέ μου, ξέχασα να σου πω! Μεγάλος κίνδυνος! Μη δώσεις την τελευταία μάσκα σε συμμαθητή σου από το νηπιαγωγείο σε νύχτα με πανσέληνο! Θάνατ…» και λιποθύμησε. Χέσε μας γριέγκω, σκέφτηκα, είμαι πλούσιος. Τότε όμως είδα να ξεπροβάλλει από το παράθυρο το ολόγιομο φεγγάρι. Είδα τη μαύρη γάτα να τρέχει προς τη μάσκα, να τη φοράει, και να χάνεται σε μια λάμψη. Στη θέση της εμφανίστηκε νεκραναστημένος ο Μπρους Λη, ο οποίος μάλιστα με κοιτούσε απειλητικά. Εγώ τρομοκρατήθηκα, ο Μιχαλάκης έμπηξε τα κλάματα συνειδητοποιώντας με ποιον ήταν ερωτευμένος. Μηχανικά φύσηξα στη σφυρίχτρα που κρεμόταν από το λαιμό μου. Ο Τσάκι Τσαν εμφανίστηκε αμέσως για να σώσει την κατάσταση. Βρήκα κάτι ποπ-κορν στο ψυγείο. Η τύχη μου πραγματικά είχε αλλάξει. Θα παρακολουθούσα την ιστορικότερη μάχη πολεμικών τεχνών, ζωντανά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-710816242075941184?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2009/04/god-damn-it-ii.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>2</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-3534039467006673666</guid><pubDate>Fri, 23 Jan 2009 03:54:00 +0000</pubDate><atom:updated>2009-01-23T05:55:11.318+02:00</atom:updated><title>Επισκεψη σε φιλικο ζευγαρι</title><description>Η ώρα δείχνει τρεις το πρωί και ανάβω τσιγάρο. Γέρνω πίσω στον ακριβό καναπέ του, στον οποίο κάθομαι. Είναι από τις λίγες φορές που το απολαμβάνω τόσο πολύ. Η απόλαυση βέβαια θα ήταν απείρως μεγαλύτερη αν ήταν άφιλτρο, κι όχι αυτή η λάιτ μαλακία που βρήκα στην τσέπη του. Τώρα δεν παραπονιέται το τσουτσέκι, ενώ πριν έβριζε και πάλευε (όλο και λιγότερο βέβαια) καθώς του άνοιγα το κεφάλι με το σιδερένιο τασάκι του. Και δεν έχω που να ρίξω και τη στάχτη τώρα… Φάνηκε από την αρχή πόσο μαλάκας ήταν. Τον είχα ακολουθήσει από το μπαρ, όπου είχαμε πιάσει κουβέντα. Δε μου άνοιγε την πόρτα, έπρεπε να μπω στην όλο και πιο βαρετή διαδικασία να την σπάσω. Δεν ήταν και καμμιά ασφαλείας, πράγμα που βοήθησε την κατάσταση. Δε τον καταλαβαίνω αυτόν τον άνθρωπο. Πρώτα δε μου ανοίγει, μετά μου επιτίθεται, μετά όμως δε λέει κουβέντα ενώ εγώ βιάζω τη γυναίκα του. Ε βέβαια, πού να πει ο μαλάκας, αφού ήταν λιπόθυμος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οκτώ λεπτά έχουν περάσει από την αρχή του κειμένου και το τσιγάρο μου τελείωσε. Το σβήνω στον ακριβό καναπέ του στον οποίο κάθομαι. Ωραίος καναπές… Α, να, σηκώθηκε η γυναίκα του. Κοίτα ρε μια πατσαβούρα. Πώς την παντρεύτηκε; Αντιλαμβάνεται την παρουσία μου στον χώρο και την πιάνουν χειρότερα κλάματα. Ρε τι σπασαρχίδω είναι αυτή… κοίτα που προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο από τη συσκευή που πριν λίγο έσπασα! Έχει πλάκα η γκόμενα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποφασίζω να ερευνήσω την κάβα τους. Βρίσκω ένα φτηνό ουίσκι –χάθηκε το τζακ;- σχεδόν γεμάτο. Είναι και ξενέρωτοι. Θα το κράταγαν φαίνεται για τα Χριστούγεννα. Με κερνάω μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και πετάω το μπουκάλι στο κεφάλι της γκόμενας. Πολύ πλάκα τελικά αυτή η γυναίκα. Κάνω μια εξερεύνηση στην κουζίνα τους, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Μιας και είμαι εκεί, ανάβω το γκαζάκι. Βρίσκω κι ένα οινόπνευμα, το αδειάζω στο σαλόνι. Παίρνω άλλη μια λάιτ μαλακία από το πακέτο αυτού του σούργελου που μένει εδώ. Ανάβω τον Ζίππο του, ανάβω και το τσιγάρο, και ρίχνω τον αναπτήρα στο χαλί. Ωραίο χαλί… ties the room together… είναι ώρα να φεύγω, δεν είμαι και κανένας μαλάκας μαζοχιστής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα να με πει εμένα στενόμυαλο ο μαλάκας!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-3534039467006673666?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2009/01/blog-post_23.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>3</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-3965848592516889142</guid><pubDate>Sun, 18 Jan 2009 03:31:00 +0000</pubDate><atom:updated>2009-01-18T05:37:36.203+02:00</atom:updated><title>Μια χαρούμενη μερα στο στρουμφοχωριο</title><description>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SXKj768jgUI/AAAAAAAAACA/jCpHbckwZ1c/s1600-h/smurf.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 200px; height: 150px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SXKj768jgUI/AAAAAAAAACA/jCpHbckwZ1c/s200/smurf.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5292472761944604994" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Η Στρουμφίτα έτρεξε προς το μέρος του Παπα-Στρουμφ, που μόλις έβγαινε από το μανιταρόσπιτό του.&lt;br /&gt; -Παπα-Στρουμφ έχω πολύ δυσάρεστα νέα! Ο Δρακουμέλ κατάφερε να καταπνίξει την εξέγερση της Ψιψινέλ, που είχε συμμαχήσει με τον Μαύρο Πητ, και τώρα ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια γιγάντια επίθεση στο στρουμφοχωριό με την βοήθεια των Θάντερκατς, που έμαθαν από τον Αστερίξ ότι τα Στρουμφ είναι το βασικό συστατικό του μαγικού ζωμού. Κι αυτό δεν είναι τίποτα! Ο Λιχούδης κι ο Προκόπης ξεσήκωσαν τα μισά Στρουμφάκια και μετανάστευσαν στο απέναντι δάσος, αφού με τη βοήθεια της Κακιάς Μάγισσας κατατρόπωσαν τη Χιονάτη και τους εφτά (7) νάνους που ισχυρίζονταν ότι έχουν δικαιώματα πάνω στο δάσος αυτό, αφού είναι το σπίτι τους. Τώρα ετοιμάζουν το ιδεολογικό υπόβαθρο για την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας των Στρουμφ, και μετά από αυτό θα κηρύξουν εναντίον μας ιερό πόλεμο (με τη βοήθεια της κακιάς μάγισσας πάντα) για να μας υποτάξουν ή να μας σφαγιάσουν. Και δεν τελειώνει εδώ: ο βασικός μας χρηματοδότης, ο Σκρούτζ Μακ Ντακ έστειλε για κλητήρα του τον Ντόναλντ που ανάγγειλε ότι μας κόβει την πίστωση, κι όπως καταλαβαίνεις ο φράχτης στο ποτάμι θα μείνει γιαπί. Επιπλέον, απ’ όταν έφυγε ο Λιχούδης δεν έχουμε να φάμε και 15 στρουμφάκια πέθαναν ήδη από την πείνα, και άλλα 3 αλληλοσκοτώθηκαν για ένα στρουμφόμουρο. Ο Μελένιος επίσης προβληματίζει με τη συμπεριφορά του, αφού από όταν έφυγε ο Προκόπης όλο κλαίει και τον φωνάζει να γυρίσει πίσω. Το συμπέρασμά μου είναι ότι την έχουμε στρουμφίσει! Κατά τα άλλα καλά.&lt;br /&gt;   Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Ξεφτέρης:&lt;br /&gt;   -Συναγερμός, Συναγερμός! Τα χουντοκουμμουνιστικά Στρουμφοπόκεμον με επί κεφαλής τον Στρουμφοπίκατσου κάνουν στρουμφοεισβολή στη νότια πύλη του Στρουμφοχωριού! Ήδη βομβαρδίζουν το στρουμφόσπιτο της Στρουμφίτας!&lt;br /&gt; Η Στρουμφίτα κάτω από την πίεση των γεγονότων λιποθύμησε. Ο  Παπα-Στρουμφ όμως είχε εκπαιδευτεί στην αντιμετώπιση κρίσεων από το γερμανικό στρατό. Έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε (μια αθλητική τσάντα ώμου με τα αρχικά SB) ένα μικροσκοπικό μπαζούκας που ξαφνικά έγινε διπλάσιο από το μπόι του, και το έδωσε στο Ξεφτέρη.&lt;br /&gt; -Πάρε αυτό, είπε, και ξέκανε ό,τι κινείται έξω από τα όρια του στρουμφοχωριού. Εν τω μεταξύ εγώ θα καλέσω τους νέους μας σύμμαχους: ο Σπάιντερμαν, ο Χουλκ, ο Ιντιάνα Τζόουνς, οι Πάουερ Ρέιντζερς και το Μικρό μου Πόνυ είναι μερικοί από αυτούς απάντησαν στην έκκλησή μου για βοήθεια. Οι Τρανσφόρμερς δεν απάντησαν, γιατί έχουν προβλήματα με τους Ντισέπτικονς (που τελευταία έχουν επιδοθεί σε μαύρη μαγεία και σε επίκληση του Κθούλου), ενώ ο Κόναν ο Βάρβαρος μόλις διάβασε (;) το γράμμα μου αποφάσισε να βοηθήσει το Δρακουμέλ. Κι αν όλοι αυτοί δεν αποδώσουν, η Εξωγαλαξιακή Αυτοκρατορία περιμένει για ενίσχυση.&lt;br /&gt; Και τότε ξέσπασε μια μάχη που δεν είχε προηγούμενο. Τα ηρωικά στρουμφάκια με τους συμμάχους τους είχαν να αντιμετωπίσουν την ανίερη  συμμαχία Δρακουμέλ- Λ.Δ.Σ.- Στρουμφοπόκεμον. Το αποτέλεσμα ήταν αμφίβολο καθώς οι δύο παρατάξεις  ήταν ισοδύναμες. Ο Κόναν έδινε ρεσιτάλ αιματοχυσίας (σκότωσε τουλάχιστον δέκα ντουζίνες Στρουμφ), ενώ από τη πλευρά των διαπραγματεύσεων ο Ιζνογκούντ προσπαθούσε να συμβιβάσει τις δυο πλευρές, για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα στο δάσος. Τελικά ήρθε ο Μπάτμαν και τους γάμησε όλους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-3965848592516889142?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2009/01/blog-post_18.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SXKj768jgUI/AAAAAAAAACA/jCpHbckwZ1c/s72-c/smurf.jpg' height='72' width='72'/><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>0</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-5137909475046602729</guid><pubDate>Sun, 11 Jan 2009 18:14:00 +0000</pubDate><atom:updated>2009-01-11T20:15:34.900+02:00</atom:updated><title>Τρωικός κύκλος: Έκτορας</title><description>Όταν ο Έκτορας ανάκτησε τις αισθήσεις του, συνειδητοποίησε με θολό το τραχύ του μάτι ότι βρισκόταν έξω από τις δοξασμένες πύλες της Τροίας, πάνοπλος, αρματωμένος, με το δρύινό του δόρυ στο χέρι. Έτριψε το χαρακωμένο από τις μάχες πρόσωπό του για να συνέλθει, και αργά στάθηκε στα πόδια του, ρίχνοντας κατάρες στην πανοπλία που τον βάραινε. Τότε άρχισε να ξεχωρίζει τι ήταν αυτή η βοή που ενοχλούσε τα ικανά αφτιά του. Εκατοντάδες κόσμου είχαν μαζευτεί πάνω στα τείχη της πύλης της απόρθητης, κι άλλοι τον ζητωκραύγαζαν, άλλοι τον έδειχναν, και από άλλων το δάκρυ μαύρο ποτάμι έτρεχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι σύμβαινε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτη τη φωνή του αδερφού του άκουσε, του Πάρη, που τον εμψύχωνε για μάχη, πολύ κρασί τού έταζε και γυναικών αγκάλες, κι η βροντερή φωνή του σιγανή έμοιαζε απ’ το λαό που επευφημούσε, σύμφωνο με του αδερφού τη γνώμη. Μα γρήγορα ησύχασαν όλοι, όταν το λόγο πήρε, ο Πρίαμος ο ένδοξος, της Τροίας ο πρωτάρχης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αν έχεις λίγη λογική, πρίγκιπα και υιέ μου, άσε τη μάχη κι έλα μου στο κάστρο μέσα πάλι, γιατί ‘ναι η μάχη άνιση και νίκη σου δε βλέπω. Άστο καλύτερα μωρέ, κι αύριο μέρα είναι, να πολεμάμε Αχαιούς, το αίμα τους να ρέει. Όσο πενήντα Έλληνες είν’ η δική σου αξία, μα αυτόν εδώ που έρχεται, μην έχεις αυταπάτες, δεν τονε πιάνεις πουθενά, στη μάχη ή στη σπίντα. Είναι οι πιθανότητες τριάντα αυτός, συ ένα, κι εγώ να ξέρεις έβαλα σε ‘κείνον τα λεφτά μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του την είχαν στήσει. Κάποιος του είχε βάλει κάτι στο ποτό του, και τον άφησαν αφύλαχτο να συναντήσει τη μοίρα του. Μια φωνή στα τείχη διαλαλούσε ότι πρόσφερε φιστίκια και παστέλια σε καλή τιμή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυο ώρες πέρασαν και τίποτε δεν είχε συμβεί. Ο Έκτορας έτρωγε ένα κοτόπουλο που του είχαν κατεβάσει με καλαθάκι. Εκείνη την ώρα, ξαφνικά, η οχλοβοή δυνάμωσε. Ο Έκτορας θορυβήθηκε και σηκώθηκε, δείχνοντας το επικό του μπόι. Κοίταξε τον ορίζοντα, τίποτε δεν εφάνη, παρά μια σκόνη θεόπηχτη σ’ ένα σημείο μόνο. Μέχρι να καταλάβει τι την ξεσήκωνε, είδε μπροστά του να στυλώνεται, άντρας θεριό, ακίνητος, μ’ αγριεμένο βλέμμα. Φορούσε Αχαιών ρούχα στρατιωτικά, κι από πάνω πανοπλία που όμοιά της δεν είχε δει στα 20.000 στάδια του πάνω κόσμου. Έλαμπε σαν τη ματιά της Ελένης σε πλήρη οργασμό, κι ανάγλυφο πάνω της αναπαρίστατο η Λερναία Ύδρα, καμωμένη όμως έτσι, που ένας σύγχρονός μας παρατηρητής θα την μπέρδευε με τον Κθούλου. Κράδαινε δόρυ στο δεξί και σπάθα στο θηκάρι, που πρέπει να έκανε ζημιά τουλάχιστον 3d12+5. Πολύ δηλαδή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βλέμμα του Αχιλλέα πέταγε σπίθες. Ο δε Έκτορας έμενε ευθυτενής, χωρίς να αφήνει τίποτα να προδώσει το επικό κλανίδι μέντας που λάβαινε χώρα. Τότε, εμφανίστηκαν στη σκηνή τρία άρματα Αχαιών, με τα λαχανιασμένα άλογά τους να μην έχουν καταφέρει να προλάβουν τον πολέμαρχο Αχιλλέα. Τα δύο κουβαλούσαν δύο τεράστια ομοιώματα ανδρικών φαλλών, συμβολικά για το μέλλον του Έκτορα. Από το τρίτο κατέβηκε ένας γέρος Μυρμιδόνας και στάθηκε δίπλα στον Αχιλλέα με γραφειοκρατικό βλέμμα, έναν Αχιλλέα που ήδη άφριζε το στόμα του από τη μανία. Ο Έκτορας για κάποιο λόγο σκεφτόταν την (από τρίτο χέρι) πανοπλία του. Πάνω από τα τείχη κάποιοι νεαροί πετούσαν λάχανα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αχιλλέας άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, μα τα λόγια του τα έπνιγαν μαύρη χολή και άσπροι αφροί. Ο γέρος Μυρμιδόνας έκανε ένα βήμα μπροστά κι άρχισε να λέει περίπου τέτοια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα σου τα μεταφράσω εγώ, όσα ο αφέντης λέγει. Πως θα σου σκίσει το κωλί, θα σε γαμήσει είπε, κι η σούφρα σου σαν πέλαγος διαστολή θα έχει. Κι έπειτα με το δόρυ του μια τρύπα θα σου κάνει, στου κεφαλιού την κορυφή, κι εκεί θα σου τον ρίξει, κι από τα φλόκια τα παχιά, άσπρος ο εγκέφαλός σου. Τόσο είναι το μένος του, τόση και η οργή του, χάρηκα που σε γνώρισα, του μοσχοαναθρεμένου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Έκτωρ τα χρειάστηκε, και πανικός του ήρθε, ήξερε πως από αυτού του Αχαιού τα χέρια, δεν τηνε γλίτωνε κανείς, δεν έπαιρνε ομήρους, κι ας είχαν πλούτη ικανά και μπάρμπα στην Κορώνη. Να τρέξει βρήκε λογικό, κι αμέσως πήρε φόρα, κι έτρεξε σαν τον άνεμο, μα ο Αχιλλεύς ξωπίσω. Και τρεις φορές θα πήγανε την Τροία γύρω-γύρω, μα ξάφνου ο Έκτωρ σκέφτεται, ντάξει ρε, δε γαμνιέται, θα κάτσω για να πλακωθώ, κι ίσως και τη γλιτώσω. Και ξάφνου κοντοστέκεται, και παίρνει τ’ άρματά του, και μ’ όλον του τον επισμό στον άλλον επετέθη. Κι ίσως να τον πετύχαινε, κάπου να τον λαβώσει, αν ξάφνου δεν έπεφτε πάνω του ένα πιάνο με ουρά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-5137909475046602729?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2009/01/blog-post.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>0</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-8652409041002998136</guid><pubDate>Thu, 16 Oct 2008 22:38:00 +0000</pubDate><atom:updated>2008-10-17T04:17:36.760+03:00</atom:updated><title>Κομματι απο κεικ</title><description>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SPfno0RJVlI/AAAAAAAAABw/329EpJVJLuo/s1600-h/HR060247-P.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://2.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SPfno0RJVlI/AAAAAAAAABw/329EpJVJLuo/s320/HR060247-P.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5257925778389685842" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το ιταλικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης ήταν γεμάτο από κλασάτα ζευγάρια, ντυμένα στην τρίχα με επώνυμες μάρκες. Η Λώρα κι εγώ καθόμασταν σε ένα τραπέζι-αντίκα, πολύ μεγαλύτερο από όσο θα χρειαζόταν ένα ζευγάρι, κοντά στο πιάνο με ουρά που έπαιζε με άνετο ύφος ένας νεαρός Μαροκινός. Δεν ήμασταν ζευγάρι με τη Λώρα, πολύ το έλπιζα όμως να γίνουμε. Ήταν το πρώτο μας ραντεβού, και ήθελα να της κάνω πολύ καλή εντύπωση. Μετά το πρώτο πιάτο με ραβιόλι, η Λώρα κι εγώ περιμέναμε το κυρίως πιάτο, ένα εξεζητημένο είδος πίτσας, το οποίο ήταν επιλογή που με άγχωσε κάπως. Η πίτσα όντας συνηθισμένο πια φαγητό δε θα με έκανε να φαίνομαι εκλεκτικός. Οι σκέψεις όμως αυτές έφυγαν γρήγορα, όταν η Λώρα έπιασε με το χέρι το πρώτο κομμάτι πίτσα, παρά τους καλούς τρόπους που επιβάλλονταν, σπάζοντας έτσι τον πάγο. Με περισσότερο θάρρος πια κι εγώ απόλαυσα το φαγητό μου με τα χέρια, και είχα καλύτερη διάθεση να αστειευτώ και να έρθω πιο κοντά της. &lt;br /&gt;Η πίτσα είχε μόλις τελειώσει, κι εμείς συζητούσαμε με ένα νωχελικό πνεύμα περί ανέμων και υδάτων. Κάποια στιγμή η Λώρα μου έπιασε το χέρι, κι ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει πιο δυνατά. Της πρότεινα να κάτσει πλάι μου, και το έκανε με μαγάλη ευχαρίστηση. Στο μεταξύ ο σερβιτόρος μάς έφερε δύο εσπρέσο, προσφορά του καταστήματος, έκπληξη που δεχτήκαμε με ιδιαίτερη χαρά. «Αν το πιείς τώρα μονορούφι», είπε τότε η Λώρα με προκλητικό ύφος, «θα μπορείς να μου ζητήσεις κι εμένα να κάνω ό,τι θέλεις». Χωρίς να πω λέξη, κι αναρωτώμενος πόσο ζεστός ήταν ο καφές, έπιασα το φλυτζάνι και το άδειασα στο στόμα μου. Ευτυχώς δεν ήταν καυτός. Γύρισα και την κοίταξα με όση σαγήνη μπορούσα στο βλέμμα, κι αυτή το ανταπόδωσε. Με το δεξί της χέρι έπιασε την κοιλιά μου, πιέζοντάς την ελάχιστα, σαν να μου έκανε μασάζ. «Λοιπόν;» με ρώτησε σιγανά, εντείνοντας την κίνησή της. &lt;br /&gt;Το κακό όμως είχε γίνει.&lt;br /&gt;Παίρνοντας ένα πιο σοβαρό ύφος, κατεβάζω το χέρι της και της λέω: «Μπορείς να με συγχωρέσεις για δυο λεπτά;», αφήνοντάς την κάπως απορημένη. Έπειτα από λίγο χαμογελάει, δείχνοντας να καταλαβαίνει, μου ζητάει να μην αργήσω και μου δίνει ένα ζεστό, ρουφηχτό φιλί στο στόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα έχοντας πολλά να σκεφτώ. Το εστιατόριο είχε σχεδόν αδειάσει, κι έτσι περίμενα να κάνω την φυσική μου ανάγκη ανενόχλητος. Η τουαλέτα στο βάθος του χώρου ήταν παραδόξως κοινή για άντρες και γυναίκες, και αρκετά παράξενη στη διαμόρφωσή της: ένας άδειος κυκλικός χώρος αναμονής οδηγούσε σε αρκετές πόρτες, που η κάθε μια έκρυβε έναν καμπινέ, έναν μπιντέ κι ένα νιπτήρα. Το πιο παράξενο όμως ήταν ότι η κάθε τουαλέτα χωριζόταν από την άλλη με πλεξιγκλάς, με αποτέλεσμα να μπορείς να διακρίνεις τη θολή φιγούρα του διπλανού σου. Μπήκα, έκλεισα την πόρτα, κατέβασα το παντελόνι και το σλιπ και κάθησα στον καμπινέ. Αμέσως όμως μου ήρθε η ιδέα να τα βγάλω εντελώς, φοβούμενος μη γίνει κάποιο καταστροφικό ατύχημα και τα λερώσω. Η ώρα έφτανε γρήγορα που θα έπρεπε να υποκύψω στην πράξη της αφόδευσης και οι κινήσεις μου γίνονταν όλο και πιο σπασμωδικές. Ξανακάθησα κάπως βιαστικά, κι ένιωσα την πρώτη διάσπαση του σφιγκτήρα μου καθώς το πρώτο σκατό άρχισε να βγαίνει. Ήταν αρκετά χοντρό, σκληρό και μακρύ, κι εγώ έκλεισε τα μάτια, πήρα μια βαθιά ανάσα και σφίχτηκα με όλη μου την δύναμη για να τα καταφέρω. Πρέπει να πέρναγε ένα ολόκληρο λεπτό όσο το πρώτο σκατό άφηνε το σώμα μου, κι όταν αυτό τελείωσε, έπιασα τον εαυτό μου να μην μπορεί να ανοίξει τα μάτια του. Η κόρη των ματιών μου είχε διασταλεί από την ηδονή, κι άθελά μου άφησα ένα βαρύ βογκητό ευχαρίστησης. &lt;br /&gt;Πριν προλάβω όμως να αναρωτηθώ αν το είχε ακούσει κανείς, μια γυναικεία φωνή από τα αριστερά μου έβγαλε έναν αντίστοιχο ήχο. Θορυβημένος κοίταξα μέσα από το πλεξιγκλάς. Στη διπλανή τουαλέτα καυόταν μάλλον μια γυναίκα, η οποία φαινόταν σαν να είχε στρέψει κι αυτή το πρόσωπό της προς τα εμένα. Περίμενα την αντίδρασή της να είναι αρνητική σε αυτό που έγινε, εκείνη όμως με το δεξί της χέρι έπιασε το διαχωριστικό πλεξιγκλάς, το έπιασα κι εγώ στο ίδιο μέρος, και σαν να πιανόμασταν χέρι-χέρι συνεχίσαμε την ανάγκη μας. Εγώ κι εκείνη μαζί, άλλοτε μαζί, άλλοτε συγχρονισμένα, αφήναμε μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες σκατού να πέσουν στο νερό για να σηναντήσουν τις προηγούμενες, κι όλα αυτά σε αυξανόμενης έντασης βογκητά και βαριαναστενάγματα.&lt;br /&gt;Μα τι έκανα; Ένιωθα απίστευτη ηδονή αλλά με έναν περίεργο τρόπο απατούσα τη Λώρα πριν καν η σχέση μας προχωρήσει, με μια άγνωστη που δεν έβλεπα καν το πρόσωπό της. Η άγνωστη δίπλα μου διέκοψε αυτές μου τις σκέψεις: σαν να με προκαλούσε, πλησίασε το διαχωριστικό για να φαίνεται η μορφή της κάπως καλύτερα, πέρασε το χέρι της μέσα από τα πόδια της, γέμισε τα δάχτυλά της με ζεστό σκατό και το έβαλε στο στόμα της. Με όσο είχε μείνει στο χέρι της ζωγράφισε πάνω στο γυαλί μια καρδιά. Έπρεπε να απαντήσω. Σηκώθηκα, πλησίασα το πλεξιγκλάς, κι άφησα το υγρό πια χεσίδι να ρεύσει στο αριστερό μου πόδι. Εκείνη άπλωσε το χέρι της προς το μέρος που βρισκόταν εκτεθειμένος ο φαλλός μου, όταν ακούστηκε ένα καμπανάκι από το εστιατόριο που σήμαινε ότι θα έκλεινε σε δέκα λεπτά. Η παράξενη αυτή συνεύρεση διακόπηκε απότομα, και με γρήγορες κινήσεις βαλθήκαμε να πλενόμαστε, στον μπιντέ και στο νιπτήρα. Τρία λεπτά μετά, καθαρός και ντυμένος πάλι, βγήκα από την τουαλέτα. Η πόρτα στα αριστερά μου άνοιξε, και είδα το πρόσωπο της Λώρα να λάμπει μόλις με αναγνώρισε. Τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία. Είχα βρει τον έρωτα της ζωής μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-8652409041002998136?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2008/10/blog-post.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SPfno0RJVlI/AAAAAAAAABw/329EpJVJLuo/s72-c/HR060247-P.jpg' height='72' width='72'/><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>1</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-928598787037455263</guid><pubDate>Thu, 11 Sep 2008 11:45:00 +0000</pubDate><atom:updated>2008-09-19T22:16:54.457+03:00</atom:updated><title>Η ζωή και ο θάνατος του Τζώνυ του Πλιάτσικου</title><description>&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;meta name="ProgId" content="Word.Document"&gt;&lt;meta name="Generator" content="Microsoft Word 11"&gt;&lt;meta name="Originator" content="Microsoft Word 11"&gt;&lt;link style="font-family: verdana;" rel="File-List" href="file:///C:%5CDOCUME%7E1%5CHP%5CLOCALS%7E1%5CTemp%5Cmsohtml1%5C01%5Cclip_filelist.xml"&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:worddocument&gt;   &lt;w:view&gt;Normal&lt;/w:View&gt;   &lt;w:zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:punctuationkerning/&gt;   &lt;w:validateagainstschemas/&gt;   &lt;w:saveifxmlinvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:ignoremixedcontent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:alwaysshowplaceholdertext&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:compatibility&gt;    &lt;w:breakwrappedtables/&gt;    &lt;w:snaptogridincell/&gt;    &lt;w:wraptextwithpunct/&gt;    &lt;w:useasianbreakrules/&gt;    &lt;w:dontgrowautofit/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;   &lt;w:browserlevel&gt;MicrosoftInternetExplorer4&lt;/w:BrowserLevel&gt;  &lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:latentstyles deflockedstate="false" latentstylecount="156"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;style&gt; &lt;!--  /* Style Definitions */  p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal 	{mso-style-parent:""; 	margin:0in; 	margin-bottom:.0001pt; 	mso-pagination:widow-orphan; 	font-size:12.0pt; 	font-family:"Times New Roman"; 	mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; 	mso-ansi-language:EN-GB; 	mso-fareast-language:EL;} p.MsoBodyText, li.MsoBodyText, div.MsoBodyText 	{margin:0in; 	margin-bottom:.0001pt; 	text-align:justify; 	mso-pagination:widow-orphan; 	font-size:12.0pt; 	font-family:"Times New Roman"; 	mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; 	mso-ansi-language:EL; 	mso-fareast-language:EL;} @page Section1 	{size:595.3pt 841.9pt; 	margin:1.0in 73.3pt 1.0in 1.0in; 	mso-header-margin:35.4pt; 	mso-footer-margin:35.4pt; 	mso-paper-source:0;} div.Section1 	{page:Section1;} --&gt; &lt;/style&gt;&lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt;  /* Style Definitions */  table.MsoNormalTable 	{mso-style-name:"Table Normal"; 	mso-tstyle-rowband-size:0; 	mso-tstyle-colband-size:0; 	mso-style-noshow:yes; 	mso-style-parent:""; 	mso-padding-alt:0in 5.4pt 0in 5.4pt; 	mso-para-margin:0in; 	mso-para-margin-bottom:.0001pt; 	mso-pagination:widow-orphan; 	font-size:10.0pt; 	font-family:"Times New Roman"; 	mso-ansi-language:#0400; 	mso-fareast-language:#0400; 	mso-bidi-language:#0400;} &lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;&lt;span style=";font-family:verdana;font-size:100%;"  &gt;&lt;span lang="EL"&gt;Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος ήταν κακός άνθρωπος. Πολύ κακός. Πήρε το ψευδώνυμο «Πλιάτσικος» όταν ξεκίνησε τα εγκλήματα στην τρυφερή ηλικία των δεκατεσσάρων. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος έκλεβε τράπεζες. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος σκότωνε αθώους. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος βίαζε, και κοριτσάκια και αγοράκια με την ίδια όρεξη. Είχε ονομαστεί μάλιστα «ο Δράκος της Καλλιθέας». Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος έλεγε στους περαστικούς τη λάθος ώρα. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος είχε μαχαιρώσει τη μάνα του και τον πατέρα του. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος ήταν ένας μεταλάς που δεν πήγαινε στην Εκκλησία. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος ήταν ένα κάθαρμα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;/span&gt;Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι οδήγησε τον Τζώνυ σε αυτές τις παρανομίες. Οι γονείς του ήταν αρκετά εύποροι, οπότε το κίνητρό του αποκλείεται να ήταν το χρήμα. Η παιδική του ηλικία ήταν ομαλότατη, επομένως δεν οδηγούνταν από τυχόντα ψυχικά τραύματα ή κόμπλεξ. Φίλους είχε καλούς, δεν μπορείς να πεις ότι τον παράσυραν. Ούτε ότι βαριόταν. Άρα τι έφταιγε; Όταν στην ηλικία των δεκαεννιά ένα αίσθημά του (η γκόμενά του, τελοσπάντων) τον ρώτησε γιατί τα κάνει όλα αυτά, αυτός απάντησε απλά ότι ήταν κρυουλιάρης.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;Μα είναι δυνατόν; O Τζώνυ ο Πλιάτσικος, ο σκληρότερος άνθρωπος στον αθηναϊκό υπόκοσμο, να είναι κρυουλιάρης; Κι όμως, ήταν. Μας το διαβεβαίωσαν αργότερα και συγγενείς του, που τον είχαν ζήσει στα παιδικά του χρόνια. Ο Τζώνυ (τότε μικρός Γιαννάκης) για να βγει από το σπίτι έπρεπε να φορά τουλάχιστον πέντε μπλούζες, έστω κι αν έξω έκανε είκοσι βαθμούς Κελσίου. Τις νύχτες του καλοκαιριού κοιμόταν με τρεις κουβέρτες. Ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος λοιπόν, ο άνθρωπος που σκότωσε τη μάνα του, ο φόβος και ο τρόμος για όλα τα παιδάκια της Καλλιθέας («φάε το φαγητό σου, αλλιώς θα φωνάξω τον Τζώνυ τον Πλιάτσικο να σε βιάσει!»), ήταν πραγματικά ένας κρυουλιάρης! Και πολύ μάλιστα! Μπορούσε όμως να είναι αυτός ο λόγος για τόσα αποτρόπαια εγκλήματα;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;Στα δέκα χρόνια δράσης του Τζώνυ, η αστυνομία είχε αναθέσει σε ολόκληρο επιτελείο την υπόθεσή του. Οι αστυνομικοί συνεργάζονταν και με ψυχολόγους, προκειμένου να κατανοήσουν το χαρακτήρα και τα κίνητρά του (αλλά και με ψυχίατρους για να γιατρέψουν τα δικά τους σπασμένα νεύρα), και με χαρτορίχτρες μήπως προβλέψουν κάποια επόμενη κίνησή του. Όλα αυτά όμως έφερναν ελάχιστα αποτελέσματα. Το μόνο που είχαν καταφέρει ως τώρα να συμπεράνουν ήταν ότι ο Τζώνυ ήταν γενικότερα επιρρεπής σε κάθε είδους αμαρτία. Μέχρι που είχε ακουστεί ότι είχε παντρευτεί τη Λότα την Κοκότα, μόνο και μόνο για να την απατά! Πήγαινε απρόσκλητος σε δίκες που δεν είχε καμμία σχέση, ως μάρτυρας, για να ψευδομαρτυρήσει. Γκάστρωσε τη Λότα, για να τη βάλει μετά να κάνει έκτρωση στον ένατο μήνα. Ακόμα και στο δημοψήφισμα του Χριστόδουλου δεν υπόγραψε, ο αθεόφοβος!&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;Κι όμως, ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος πίστευε στο Θεό και στο Δαίμονα, πίστευε στον Παράδεισο και στην Κόλαση. Ακόμα κι όταν έκαιγε εκείνη την εκκλησία στο Κεφαλάρι, και βγήκε ο παπάς και τον βλαστήμαγε, ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος δεν είπε λέξη, παρά δεχόταν τις κατάρες, όπως φαινόταν, με ευχαρίστηση. Και το ίδιο γινόταν κάθε φορά που έκαιγε εκκλησία. Το σημαντικό πάντως στην όλη υπόθεση ήταν ότι ο Τζώνυ&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;Πλιάτσικος δούλευε με βάση ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο, πάνω στο οποίο βασίζονταν όλες του οι ενέργειες. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Μόνο που το σχέδιό του δεν ήταν καθόλου εμφανές, ούτε το είχε αποκαλύψει ποτέ σε κανέναν.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;Και τότε, μια ωραία πρωία του Απριλίου, ο Τζώνυ ο Πλιάτσικος, ο μαχαιροβγάλτης, ο βιαστής, ο κρυουλιάρης, πήρε ένα περίστροφο και αυτοκτόνησε μέσα στην πλατεία Συντάγματος. Δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να το κάνει. Δεν είχε καν τύψεις για τα εγκλήματά του. Αλλά το έκανε. Και πήγε στην Κόλαση.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;&lt;span style=""&gt;            &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="text-indent: 0.5in; text-align: justify;font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="" lang="EL"&gt;….Κι εκεί, μέσα στο καζάνι της κόλασης, οπού θα έβραζε για πάντα, μέσα στην αφόρητη ζέστη, ο Τζώνυ ο Κρυουλιάρης βρήκε την ευτυχία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-928598787037455263?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2008/09/blog-post.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>0</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-7005491382526060380</guid><pubDate>Sat, 16 Aug 2008 21:23:00 +0000</pubDate><atom:updated>2008-08-17T00:23:45.583+03:00</atom:updated><title>Το παιδι</title><description>&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Όταν δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς σου συμβαίνει, είναι κάπως δύσκολο να το εξηγησεις σε άλλους. Ξέρω ότι έχω μια αποστολή, και ξέρω ότι δεν έχω άλλη επιλογή παρά να την εκτελέσω. Όταν την εντολή τη δίνει ο διάβολος, ξέρεις ότι οι επιλογές σου στενεύουν. Ακόμα κι αν δεν την καταλαβαίνεις καθόλου, ακόμα κι αν σου φαίνεται απολύτως γελοία. Ακόμα κι αν στις 12:20 ακριβώς πρέπει να σταθείς σε ένα συγκεκριμένο σημείο και να φωνάξεις «Μπαμπακίντα».&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Κάθομαι απέναντι από το καθορισμένο σημείο μισή ώρα νωρίτερα, χεσμένος από το φόβο μου για το τι μπορεί να συμβεί, κι αναρωτιέμαι αν μου το ζήτησε μόνο και μόνο για να περάσει ένα ευχάριστο μεσημέρι γέλιου. Αν και δεν πιστεύω ότι γελάει. Το λέω αυτό γιατί τον έχω δει. Μπροστά μου. Όχι στον ύπνο μου, μπροστά μου. Χτες το απογευματάκι. Δε γελούσε. Κάποιος κάθεται στο παγκάκι δίπλα μου, μου προσφέρει ένα από τα φιστίκια του, του λέω όχι, και το θεωρεί αρκετή αφορμή για να μου πει σχεδόν τα πάντα περί συνταξιοδότησης, του κράτους που δεν υπάρχει, ιλλουμινάτων, του παντελονιού του που του σκίστηκε στον κώλο μια μέρα, κι έπειτα πάλι περί συνταξιοδότησης. Στην αρχή κοιτάζω ευθεία μπροστά μου, για να μη θεωρήσει οποιαδήποτε κίνησή μου ανατροφοδότηση στο μονόλογό του, γεγονός που δε φάνηκε να τον επηρεάζει, σιγά-σιγά όμως πιάνω τον εαυτό του να τον ακούει συνεπαρμένος. Αυτό πρέπει να είναι από τα τελευταία στάδια παράνοιας, σκέφτομαι. Ίσως όμως πάλι απλά θέλω να ξεχαστώ και να πω ένα μικρό «δε γαμνιέται» σε όσα γίνονται. Δε γαμνιέται, στο κάτω-κάτω, ένα «Μπαμπακίντα» πρέπει να φωνάξω, και τελείωσε.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Μπροστά μου ένας δρόμος, και απέναντι μια τεράστια είσοδος από την οποία βγαίνει βοή πολυκοσμίας και μυρωδιά κρέατος. Αριστερά μου η πλατεία Ομονοίας, δεξιά το Ερέχθειο, και δίπλα μου ένας τύπος που τώρα «μου» μιλάει για το κτηματάκι στην Αμαλιάδα που μεταξύ μας έφαγε από την αδερφή του. Γυρνάω, τον κοιτάζω, του λέω ότι τελικά θα έπαιρνα ένα φυστίκι. Σταματά να μιλάει, με κοιτάζει έκπληκτος για τρία έντονα δευτερόλεπτα, σηκώνεται και φεύγει. Δε με πειράζει. Δεν είναι το πιο περίεργο πράγμα που έχω δει. Εγώ έχω δει το διάβολο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Το είχα αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό να πουλήσω την ψυχή μου. Ήταν Πέμπτη απόγευμα, είχα μάθημα κιθάρας, και ήμουν αρκετά χαρούμενος όταν μετά από αρκετό κόπο είχα μάθει το σόλο του Smoke on the water και το έδειχνα στον καθηγητή μου. Μόλις το τελείωσα, τον κοίταξα με μεγάλη προσμονή για ένα σχόλιο, κι εκείνος, με ένα βλέμμα υπομονετικό όπως το σκέφτομαι τώρα, μου είπε ένα μετρημένο «καλά τα πήγες». Άφησα την κιθάρα και του έκανα την ερώτηση που με έτρωγε τόσον καιρό. «Δάσκαλε», είπα, «πότε πιστεύεις ότι θα γίνω Ritchie Blackmore;» Τότε το φως συγκεντρώθηκε προς αυτόν, ψήλωσε μερικούς πόντους και μεγάλωσε μερικά χρόνια, και με φωνή που έσταζε αιώνες σοφίας μου είπε: «Τσέλο παιδί μου, το θέμα δεν είναι να γίνεις Ritchie Blackmore, το θέμα είναι να γίνεις Τσέλος Φυντάνης». Εκείνη την ώρα μπορούσα να πεθάνω ευτυχισμένος, αλλά φεύγοντας από το μάθημα ένιωσα αυτή την αίσθηση ικανοποίησης που χαλάει και τις καλύτερες στιγμές. Ήξερα ότι δεν ήθελα να γίνω απλά ο εαυτός μου, αλλά ότι έπρεπε να φτάσω στο πάνθεον των ηρώων μου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Το ίδιο βράδυ άκουγα ένα δίσκο από ένα παλιό κιθαρίστα της μπλουζ, που μιλούσε για το πώς συνάντησε σε ένα σταυροδρόμι το διάβολο και του πούλησε την ψυχή του. Ήταν σημάδι. Το επόμενο πρωί βρήκα ένα τυχαίο σταυροδρόμι έξω από την Αθήνα, ξεχασμένο από το Θεό, και περίμενα. Μετά από ώρες αναμονής κάτω από τον ήλιο άρχισα να παραμιλάω. Μιλούσα για το πώς θέλω να έρθει ο διάβολος, να με κάνει τον καλύτερο κιθαρίστα του κόσμου, τον πιο γρήγορο και ευρηματικό και ευφυή και δε συμμαζεύεται, και για αντάλλαγμα θα έδινα την ψυχή μου, θα έκανα ό,τι ήθελε, κι όλα αυτά τα επαναλάμβανα σε αυτή τη σειρά συνεχώς, με χαμένο βλέμμα. Μετά από κάποια ώρα συνειδητοποίησα ότι ακριβώς δίπλα μου καθόταν ένας κύριος, καλά ντυμένος αλλά όχι πολύ, μετρίου αναστήματος, λίγο μαυριδερός και λίγο θηλυπρεπής. Σταμάτησα να μιλάω και κοιταχτήκαμε. Το πρόσωπό του ήταν πιο ανέκφραστο κι από τον Keanu Reeves στη χειρότερή του ερμηνεία. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί και με έβαλε να το υπογράψω. Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε. Γύρισα σπίτι και δεν πίστευα ότι έπαιζα εγώ αυτήν την κιθάρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Την επόμενη μέρα, σήμερα, ξύπνησα και ήξερα ότι ο διάβολος με ήθελε για αποστολή. Είναι λίγο δύσκολο να το παραβλέψεις όταν είναι γραμμένο στον τοίχο σου με αίμα. Και πολύ δύσκολο να το αμελήσεις επίσης.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Η ώρα έχει σχεδόν φτάσει, και σηκώνομαι να περάσω απέναντι. Στην είσοδο της κρεαταγοράς ένας τύπος έχει μόλις πάρει ένα από τα φυστίκια του γέρου που καθόταν δίπλα μου. Γυρίζει το κεφάλι του δεξια καθώς βάζει το φυστίκι στο στόμα του. Ατάραχος πλησιάζω. Βλέπει από μια πέρα γωνία να εμφανίζονται δύο κουστουμάτοι και πνίγεται. Προσπαθεί κάτι να πει καθώς πάω και στέκομαι ακριβώς δίπλα του. Το ρολόι μου δείχνει ακριβώς 12:20. Με θεατρικό ύφος, κάνω τα χέρια μου χωνί και φωνάζω «Μπαμπακίντα». Αμέσως επικρατεί αναταραχή στην κρεαταγορά, βγάζουν τα κρέατα από τους πάγκους και βάζουν άλλα. Ο γέρος βαράει τον τύπο στην πλάτη με μένος. Οι δύο κουστουμάτοι καθώς περνάνε από μπροστά μου φοράνε καρτελάκια αγορανομίας και στρίβουν μέσα στην αγορά. Όλα όμως έχουν τελειώσει. Η αγορά είναι καθαρή. Ο τύπος μπροστά στην αγορά γλυτώνει τον πνιγμό, σηκώνεται, πιάνει το χέρι μου και το σφίγγει στο δικό του. «Ο θεός σε έστειλε αγόρι μου», λέει. «Δεν ξέρω πού τα έμαθες αυτά, αλλά μας έσωσες. Σου χρωστάω χάρη. Έλα μέσα.»&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt; &lt;/div&gt;&lt;p style="font-family: verdana; text-align: justify;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;Τρεις μέρες μετά, ενώ προσπαθώ να τελειώσω τα βουνά (καθαρού) κρέατος που με φίλεψε ο «πορτιέρης» της κρεαταγοράς, ακούω στην τηλεόραση για κάτι χιλιάδες κρουσμάτων δηλητηρίασης στην πρωτεύουσα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-7005491382526060380?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2008/08/blog-post_16.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>2</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-1388486482670995805</guid><pubDate>Wed, 13 Aug 2008 14:44:00 +0000</pubDate><atom:updated>2008-08-13T17:54:13.196+03:00</atom:updated><title>God damn it!</title><description>&lt;p style="text-align: justify; font-family: verdana;" class="MsoNormal"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Στη ζωή μου μπορώ να πω ότι πάντα ήμουν τυχερός, από την άποψη ότι πότε μου δεν έτυχε να έχω σοβαρό πρόβλημα υγείας, κι ότι ποτέ δε βρέθηκα σε κατάσταση μεγάλης ανάγκης, οικονομικής φύσεως ή άλλης. Στο σχολείο θα έλεγα ότι ήμουν κάπως δημοφιλής, τα τέσσερα χρόνια στη Φιλοσοφική Αθηνών ήταν αρκετά ενδιαφέροντα, στο στρατό έκανα στενές φιλίες. Κι έπειτα, από γνωριμίες, έπιασα δουλειά σε κάποιο γραφείο, έχοντας μισθό που μου επίτρεπε να κάνω και μια καλή νυχτερινή ζωή. Το σπίτι που έμενα στα Πατήσια ήταν μεν μικρό, αλλά μου έφτανε, αφού έμενα μόνος. Οι γείτονες ποτέ δεν ενοχλούσαν, ή για να είμαι πιο ακριβής, ποτέ δεν τους είδα.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Μια μικρή λεπτομέρεια έφερε την αλλαγή, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα. Αποφάσισα να διακοσμήσω το μικρό μου διαμέρισμα, όταν μια ελαφριά αρρώστια με ανάγκασε να περάσω μερικές μέρες εσώκλειστος και να αποφασίσω ότι είχα παραμελήσει τον προσωπικό μου χώρο. Πέρασα λοιπόν αρκετά απογεύματα μετά από αυτό σε μαγαζιά με μικροέπιπλα και μπιμπελό, προσπαθώντας να αποφασίσω τι πορτατίφ μου ταίριαζε σαν προσωπικότητα και τι χρώμα σερβίτσιου με αντιπροσώπευε σαν άνθρωπο. Ένα μήνα μετά μπορούσα να λέω στο εαυτό μου ότι ήμουν πολύ κοντά στο να νιώθω ολοκληρωμένος.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Μια μέρα έφερα την κοπέλα μου να της δείξω τον χώρο όπως διαμορφώθηκε τελικά. Την οδήγησα μέσα και της έβγαλα το μαντήλι από τα μάτια (τι ρομαντικό, μη χέσω). Άνοιξε τα μάτια και το βλέμμα της καρφώθηκε κατ’ ευθείαν σε ένα σημείο, χωρίς να προσέξει ο,τιδήποτε άλλο. «Τι είναι αυτό;» κάνει έντρομη, «τι θέλει εδώ μέσα;». «Μα, είναι μια αφρικάνικη μάσκα». Ήταν πολλά περισσότερα από αυτό. Ήταν μια τεράστια παραδοσιακή αφρικάνικη μάσκα της φυλής των δεν-θυμόμουν-ποιών, την οποία παρεμπίπτοντος είχα χρυσοπληρώσει. Μου άρεσε τόσο, που ήταν το μόνο στολίδι σε ένα μεγαλούτσικο τοίχο. «Να τη βγάλεις αμέσως από το σπίτι. Είναι φορέας κακής ενέργειας. Θα σου φέρει κακοτυχία και δυστυχία. Αυτοί οι άνθρωποι που τις φτιάχνουν αναμιγνύονται με βουντού, το καταλαβαίνεις;» Εκείνη την ώρα έκανα πίσω, αλλά στην ουσία δεν είχα κανένα σκοπό να την κατεβάσω από τον τοίχο μου. Η μάσκα μου άρεσε, ταίριαζε με το υπόλοιπο δωμάτιο. Και στο κάτω-κάτω, ως γνήσιο παιδί της εποχής μου δεν πίστευα καθόλου σε μπούρδες περί βουντού, κακής ενέργειας, μεταφυσικών φαινομένων και λοιπών. Ούτε το Φενγκ Σούι είχα σε υπόληψη, αν και δε νομίζω οι κινέζοι να κρεμάνε αφρικάνικες μάσκες στα σπίτια τους, οπότε δε θα έχουν προβλέψει την περίπτωσή μου. Το είχα πάρει απόφαση: η μάσκα θα έμενε, τελεία και παύλα.-&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Λίγες μέρες μετά, μικρές αλλαγές άρχισαν να συμβαίνουν στη ζωή μου. Το λεωφορείο που έπαιρνα για τη δουλειά μου φαινόταν λίγο πιο γεμάτο. Το ψωμί που αγόραζα απ’ το φούρνο λίγο πιο άψητο. Ο πιτσαράς αργούσε λίγο παραπάνω. Η δουλειά στο γραφείο φαινόταν λίγο πιο κουραστική. Οι γυναίκες στο δρόμο λίγο πιο κακόγουστες. «Τυχαίνουν αυτά», σκέφτηκα. «Άλλες μέρες είναι τυχερές, άλλες όχι». Η κοπέλα μου άρχισε να φωνάζει πάλι για τη μάσκα. Εκνευρίστηκα και πήρα και δεύτερη. Την κρέμασα δίπλα στην άλλη.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Ένα σκυλί στη στάση του λεωφορείου μου κατούρησε το πόδι το επόμενο πρωί. Το λεωφορείο άργησε εξοργιστικά εκείνη την ημέρα. Δίπλα μου κάθησε μια γριά άστεγη που βρομούσε πέρα από την ανθρώπινη φαντασία. Ο διευθυντής μου μου έκανε παρατήρηση για την αργοπορία μου και για την κακοσμία που είχα πλέον κι εγώ, μη δεχόμενος τη δικαιολογία της αργής συγκοινωνίας. Ένας συνάδελφος που παρακολούθησε τη σκηνή ήρθε και κόλλησε ένα κίτρινο χαρτάκι στο γραφείο μου με τη φράση «αν είναι να πάει κάτι στραβά, θα πάει», και με αποκάλεσε νέο μέλος της κοινωνίας του Μέρφυ.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Ο νους μου κόλλησε στις μάσκες και στα λόγια περί κακής ενέργειας. Ήταν δυνατόν να είναι αυτές η ρίζα του κακού; Απομάκρυνα αυτήν τη σκέψη αμέσως από το μυαλό μου. Προληπτικός δε θα γινόμουν. Το ίδιο απόγευμα αγόρασα άλλες δύο μάσκες και τις κρέμασα δίπλα στις άλλες.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Το λεωφορείο αργούσε πλέον δεδομένα σαράντα λεπτά της ώρας. Δίπλα μου καθόταν πλέον μόνιμα η άστεγη βρομερή γριά όταν έβρισκα θέση, αλλιώς την έβρισκα να στέκεται πάντα δίπλα μου. Το ψωμί του φούρνου ήταν πάντα μπαγιάτικο. Ο πιτσαράς ερχόταν με τουλάχιστον μια ώρα καθυστέρηση, ενώ άλλες φορές ξεχνούσε να έρθει. Ο θερμοσίφωνας και το ψυγείο είχαν χαλάσει καιρό τώρα, με βλάβες μη επιδιορθώσιμες. Μέσα στην παράνοια της κακοτυχίας μου αγόρασα άλλες δύο μάσκες.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Η τελευταία εβδομάδα σε αυτό το σπίτι ήταν κάπως πιο ακραία. Η τελευταία ηλεκτρική συσκευή που δούλευε πλέον, το σίδερο, βραχυκύκλωσε και η φωτιά που έπιασε επεκτάθηκε κυρίως στη ντουλάπα, καίγοντας όλα μου τα ρούχα. Κατά τα άλλα, η κοπέλα μου τελικά με παράτησε, ενώ τα λεωφορεία κήρυξαν απεργία έπ’ αόριστον, αναγκάζοντάς με να ξυπνάω δύο ώρες νωρίτερα για να περπατάω μέχρι τη δουλειά, από την οποία τελικά απολύθηκα. Όσο για τη γριά, φυσικά δεν την ξεφορτώθηκα. Αποδείχτηκε να είναι η χαμένη τρίτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, και εγκαταστάθηκε μόνιμα σπίτι μου. Κόλαση.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;/div&gt;&lt;p class="MsoBodyTextIndent" style="text-indent: 0cm; text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;&lt;span style=";font-size:100%;" lang="EL" &gt;Με τα τελευταία μου λεφτά (αυτά που δε βρίσκονταν στο πορτοφόλι μου όταν μου το έκλεψαν) αγόρασα άλλες τρεις αφρικάνικες μάσκες. Άρχισα να έχω αμφιβολίες για αυτή μου την απόφαση, όταν την κοιτούσα από το κρεβάτι μου, όπου ψηνόμουν με βαρύ πυρετό. Ζήτησα από τη γρια να με βοηθήσει σε αυτήν τη δύσκολη ώρα, και τότε ήταν που πρόσεξα ότι η γριά είχε ψοφήσει. Σχεδόν λυπήθηκα. Είχα δεθεί μαζί της τελικά, ύστερα από όσα είχαν γίνει. Ο θάνατός της μου φάνηκε σαν άλλη μια γκαντεμιά. Τη μυρωδιά πτωμαΐνης ούτε την είχα προσέξει εν τω μεταξύ, το κουφάρι της γριάς δε βρόμαγε παραπάνω από όταν ήταν ζωντανή. Εκείνη την ώρα, κοιτάζοντας τον τοίχο που ήταν γεμάτος πλέον πιθαμή προς πιθαμή με αποκρουστικές, εχθρικές (έτσι μου φαίνονταν πια) αφρικάνικες μάσκες, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν ώρα να σταματήσω να προκαλώ την τύχη μου και να βγάλω αυτά τα δαιμόνια από το καταστραμμένο μέρος που ήταν κάποτε και θα μπορούσε ίσως να ξαναγίνει το σπίτι μου. Αυτή ήταν η τελευταία σκέψη μου, προτού ύστερα από ένα δυνατό κρότο ο ίδιος αυτός ο τοίχος γκρεμιστεί και πέσει πάνω μου, αποκαλύπτοντας από πίσω ένα ολόκληρο οπλοστάσιο τρομοκρατικής οργάνωσης που πήρε φωτιά.&lt;o p=""&gt;&lt;/o&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div style="text-align: justify; font-family: verdana;"&gt;  &lt;span lang="EL"  style="font-size:100%;"&gt;Καθώς το σπίτι μου γινόταν ένα συνονθύλευμα από μπάζα, μάσκες, όργανα της δράσης που μπούκαραν για να ερευνήσουν και μια ομάδα τσιγγάνων που έκλαιγαν πάνω από το κουφάρι της γριάς, μάλλον συγγενείς της από το άλλο σόι, εγώ βγήκα στο μπαλκόνι και άρχισα να ουρλιάζω. Οι κραυγές μου προκάλεσαν να σηκωθεί ένα σμήνος από περιστέρια από το απέναντί δέντρο και, περνώντας από πάνω μου, να αρχίσει να κουτσουλά μανιωδώς. Οι περισσότερες με πήραν στο κεφάλι. Τώρα το ήξερα. Εφ’ όσον άρχισε, δε θα τελείωνε ποτέ.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-1388486482670995805?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2008/08/god-damn-it.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>1</thr:total></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-6015152706323061536.post-6546994030503422027</guid><pubDate>Wed, 13 Aug 2008 14:34:00 +0000</pubDate><atom:updated>2009-01-23T05:53:43.622+02:00</atom:updated><category domain='http://www.blogger.com/atom/ns#'>κειμενα</category><title>Σκεφτομαι και γραφω: Το σπιτι μου και η οικογενεια μου</title><description>&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SKMCiV4oxzI/AAAAAAAAAAU/3WHBiHEq0_g/s1600-h/tospitimou.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer;" src="http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SKMCiV4oxzI/AAAAAAAAAAU/3WHBiHEq0_g/s320/tospitimou.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5234029980948154162" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style=";font-family:Verdana;font-size:100%;"  &gt;Με      λένε Χρηστάκη και το σπίτι μου είναι ένα μπουρδέλο. Εγώ δε ξέρω τι είναι      μπουρδέλο, ρώτησα τη δασκάλα και δε μου έλεγε, αλλά ο μπαμπάς έτσι λέει όταν      φτάνει το βράδυ σπίτι: «Πάλι μπουρδέλο είναι το σπίτι», και μετά βρίζεται με      τη μαμά. Εγώ αγαπώ το σπίτι μου, άρα νομίζω ότι το μπουρδέλο είναι κάτι      καλό. Μάλλον πρέπει να λένε μπουρδέλα τα παλιά σπίτια με πολλά άτομα μέσα      και παιχνίδια πεταμένα στο σαλόνι και πολλά παιδάκια να τρέχουν εδώ κι εκεί.      Λέω στη μαμά να με πάει σε μπουρδέλο για να δω, για να δω της το λέω, αλλά      αυτή με δέρνει. Εγώ με τα αδέρφια μου μένουμε στα τρία υπνοδωμάτια του      σπιτιού. Οι γονείς μας μένουν στο σαλόνι. Εγώ είμαι δέκα χρονών, κι έχω 4      αδερφές πιο μικρές και 7 αδέρφια πιο μεγάλα, τέσσερους αδερφούς και τρεις      αδερφές. Δεν θυμάμαι ολωνών τα ονόματα, ελπίζω να μη με μαλώσετε. Κοιμάμαι      στο δωμάτιο με τους τέσσερους αδερφούς μου, στο άλλο κοιμούνται οι αδερφές      μου και στο άλλο πάλι οι αδερφές μου. Όσοι ξένοι έρχονται σπίτι και μας      βλέπουν όλα μαζί γελάνε και λένε μπράβο και άλλα τέτοια, και άλλοι      αστειεύονται και λένε να κάνουμε ομάδα ποδοσφαίρου. Ο αδερφός μου ο Πέτρος      τότε τσατίζεται και τους βρίζει, «Αυτή τη μαλακία την έχουμε ακούσει      χιλιάδες φορές», και ο ξένος ξινίζει τα μούτρα του. Ο Πέτρος είναι 20      χρονών. Έχει τελειώσει το σχολείο και πάει πανεπιστήμιο. Ρώτησα τη μαμά τι      είναι πανεπιστήμιο, μου είπε ότι είναι σαν το σχολείο, αλλά μεγαλύτερο. Εγώ      όμως δεν το πιστεύω. Νομίζω ότι θα μοιάζει πιο πολύ με το σπίτι μας. Το λέω      αυτό γιατί μια φορά ήρθε ο Πέτρος σπίτι και πέταξε την τσάντα του στο πάτωμα      και φώναξε: «Το κλείσαν το μπουρδέλο!» Αρα το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι      ένα μέρος με πολλά παιδιά και πολλή φασαρία και να είναι παλιό και να μην      έχει λάμπα στο διάδρομο. &lt;/span&gt;&lt;/div&gt;     &lt;p style="text-indent: 15px;" align="justify"&gt;&lt;span style=";font-family:Verdana;font-size:100%;"  &gt;Εγώ      με τα αδέρφια μου μας αρέσει να παίζουμε στο σαλόνι. Εκεί είναι και το      κασετόφωνο και ακούμε μουσική. Συνήθως μαλώνει ο Γιώργος με την αδερφή μου      που δε θυμάμαι πώς τη λένε κι ελπίζω να μη με μαλώσετε, για το τι μουσική θα      ακούσουνε. Καμιά φορά ακούει μουσική η αδερφή μου που δε θυμάμαι πώς τη λένε      κι ελπίζω να μη με μαλώσετε και τραγουδά εκεί μια και λέει ότι υποφέρει      πολύ, και τότε μπαίνει στο σαλόνι ο Γιώργος και λέει «τι παπάρες ακούς ρε      πάλι» και αλλάζει την κασέτα και τότε ακούγονται κάτι ντάπα ντούπα και τα      άλλα παιδιά φεύγουν από το δωμάτιο, αλλά εγώ μένω γιατί μετά αρχίζουν να      βρίζονται κι εγώ γελάω πολύ. Η αδερφή μου -μη με μαλώσετε- λέει το Γιώργο      κάφρο κι ο Γιώργος τη λέει σκυλί. Αρα έχουμε και κατοικίδια στο σπίτι μας,      που είναι μπουρδέλο. Το βράδυ ο μπαμπάς και η μαμά αρρωσταίνουν. Γι αυτό και      δεν μας αφήνουν να πηγαίνουμε στο σαλόνι το βράδυ, για να μην κολλήσουμε κι      εμείς. Και η μαμά και ο μπαμπάς φωνάζουν σα να πονάνε, πιο πολύ η μαμά. Εγώ      θέλω να πάω να δω τι πάθανε, αλλά τα αδέρφια μου δεν με αφήνουν. Θα      φοβούνται κι αυτοί μήπως κολλήσω κι εγώ. Πάντως μια φορά που πήγα κρυφά στο      σαλόνι είδα τη μαμά και τον μπαμπά να έχουν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλο,      και φώναζαν, επειδή δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν. Έτρεξα τότες κι εγώ να      βοηθήσω να ξεκολλήσουν, αλλά ο μπαμπάς όταν με είδε τσατίστηκε και με είπε      μαλακισμένο και μου είπε φύγε και μου πέταξε και την παντόφλα. Θα φοβήθηκε      κι αυτός μήπως κολλήσω κι εγώ. Την επομένη ο Πέτρος μου είπε ότι είμαστε      δώδεκα αδέρφια επειδή δεν έχουμε τηλεόραση, αλλά εγώ δεν τον κατάλαβα.      Φτάνει τόση η έκθεση;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p style="text-indent: 15px; font-style: italic;" align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p style="text-indent: 15px; font-style: italic;" align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6015152706323061536-6546994030503422027?l=johnnyplunders.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://johnnyplunders.blogspot.com/2008/08/blog-post.html</link><author>pattakos@gmail.com (konstantinos)</author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_-1NvJZmSp3Y/SKMCiV4oxzI/AAAAAAAAAAU/3WHBiHEq0_g/s72-c/tospitimou.jpg' height='72' width='72'/><thr:total xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'>0</thr:total></item></channel></rss>